Ερωτικές Ιστορίες – Εκείνο το καλοκαιρινό βράδυ που γνώρισα τη Ρένα
Μια φορά, λοιπόν, θα σου πω κάτι που δεν έχω πει σχεδόν σε κανέναν. Είμαστε στα χρόνια που όλη μέρα μουρμούριζα για τη δουλειά, για τα λεφτά που δεν φτάνουν και περίμενα κάθε Παρασκευή πώς και πώς να ξημερώσει, να νιώσω έστω ένα βράδυ ζωντανός. Εκείνες τις μέρες, δεν είχα στο μυαλό μου τίποτε άλλο εκτός από την ταβέρνα στη γειτονιά και τους φίλους με τα γνωστά παράπονα. Έλα όμως που ήρθε στα καλά καθούμενα η Ρένα, ξαδέρφη μιας φίλης της αδερφής μου, και μου’ χει μείνει ακόμα εκείνο το βλέμμα της.
Την είδα πρώτη φορά ένα βράδυ, έτσι στα ξαφνικά ήρθε με κάτι άλλες κοπέλες, τον Ιούλιο, που είχε ανοίξει η καρδιά μας από τα πρώτα ελαφρά μελτέμια. Καθότανε αντίκρυ και όλο κάτι ψιθύριζε στη φίλη της, γελούσε με ένα χαμόγελο που δε σε άφηνε ήσυχο. Ήταν λαϊκό κορίτσι, αλλά είχε ένα τρόπο να κοιτάει που σου ανέβαζε τον πυρετό. Να σου πω την αλήθεια, δεν είχα σκοπό εκείνη τη βραδιά να πλησιάσω, είχα πιεί και δυο τσίπουρα παραπάνω, αλλά όταν γύρισε και με κοίταξε λίγο παραπάνω απ’ το συνηθισμένο και χαμογέλασε με εκείνο το “ξέρω τι σκέφτεσαι” ύφος, έσπασε κάθε άμυνα.
Πιάσαμε κουβέντα απλά. Ένα «τι κάνεις», ένα “πού μένεις”, εκείνα τα χαζά που λες πάντα, μόνο που ανάμεσά μας είχε μια ατμόσφαιρα. Να σου πω, ένιωσα από την πρώτη κουβέντα κάτι να κουρνιάζει στο στομάχι μου. Είχε έναν αέρα σαν να σου λέει “μη μου πεις ψέματα, εγώ τα βλέπω όλα”. Με ρωτούσε για μουσικές, για ποδόσφαιρο, για τους φίλους μου, γελούσε πολύ. Κάποια στιγμή με πλησίασε λίγο παραπάνω να μου πει κάτι στ’ αυτί για το τραγούδι που έπαιζε, και ένιωσα τη φωνή της κοντά, και το άρωμα της να με ζαλίζει. Σου μιλάω ειλικρινά, έπαψα να ακούω τι λέγαν όλοι ολόγυρα.
Κάποια στιγμή βγήκαμε έξω για τσιγάρο. Φυσούσε λίγος αέρας και το φως από το φανάρι έπεφτε στα μαλλιά της έτσι περίεργα, τα έκανε σχεδόν χρυσά. Μου ‘δινε τη φωτιά κι όπως άναψα το τσιγάρο της, τα χέρια μας άγγιξαν για μια στιγμή – ούτε ένα δευτερόλεπτο, και πάλι ένιωσα σαν να μου ‘δωσε ρεύμα. Τι να σου πω, μιλάγαμε χωρίς να λέμε τίποτα που να έχει σημασία, κι όλο αυτό ανέβαζε το αίμα μου στο κεφάλι.
Η βραδιά κύλησε κι όπως ήταν να φύγουμε, σκέφτηκα “χάθηκε να της πω να πάμε καμιά βόλτα στο λιμάνι;” Ε, αφού μαζεύτηκαν όλοι κι αρχίσανε τα φιλιά και τα καλά βράδια, της το είπα σιγά, “θες να περπατήσουμε λίγο ή θες να πας σπίτι;” Με κοίταξε, χαμογέλασε, και μου λέει: “Έχω όρεξη να περπατήσουμε, ναι”. Περπατήσαμε δίπλα δίπλα, τα χέρια μας ελαφρώς ακουμπούσαν που και που, έτσι σαν να ψάχναμε δικαιολογία να χαθούμε κάπου. Η νύχτα μύριζε θάλασσα και αυτοκίνητα – το ξέρεις αυτό το καλοκαιρινό μείγμα.
Καθήσαμε τελικά σ’ ένα παγκάκι, στο σημείο που βλέπει το φανάρι και τις βάρκες να κουνιούνται. Πάλι μιλάγαμε λίγο, πάλι ένιωθα ότι όλα κρέμονταν ανάμεσα σε δυο αναπνοές. Κάποια στιγμή, με ρώτησε αν είχα κοπέλα. Της είπα την αλήθεια, πως μόνο κάτι περαστικό, τίποτα της προκοπής. Με ρώτησε γιατί δεν ψάχνω για κάτι πιο ουσιαστικό. Της απάντησα με μια ζεστή σιωπή – δεν ήξερα τι να πω, έψαχνα να βρω τα λόγια, κι ίσως μ’ ένοιαζε να μείνει εκείνη να τα γεμίσει. Κι εκεί έκανε την πρώτη κίνηση, άπλωσε το χέρι της και έκλεισε το δικό μου μέσα στη δική της. Ήταν το πιο τρυφερό άγγιγμα που είχα νιώσει μετά από καιρό. Κρατηθήκαμε έτσι, μιλούσαμε πού και πού, αλλά πιο πολύ κοιτάζαμε τα φώτα να τρεμοπαίζουν μπροστά μας και τις παλάμες μας να ταιριάζουν.
Δεν έγινε τίποτα εκείνο το βράδυ. Ούτε φιλί καν. Μόνο πήγαμε δίπλα δίπλα ως το σουβλατζίδικο της γειτονιάς να πάρει κάτι μικρό – “γιατί, να σου πω, εγώ όλο πεινάω τις νύχτες”, μου είπε γελώντας. Τη συνόδεψα σπίτι της, μέχρι την πολυκατοικία. Πριν μπει, τύλιξε τα δάχτυλά της στα δικά μου λίγο ακόμη. “Θα τα ξαναπούμε;” μου είπε. “Θα τα ξαναπούμε”, της απάντησα – και έτσι μας άφησα να αιωρούμαστε σ’ αυτό το ανοιχτό, λίγο μετέωρο “ναι”.
Τις επόμενες μέρες πηγαίναμε στο ίδιο στέκι, κι άλλες φορές μόνοι μας βόλτες, δίχως να πολυμιλάμε σ’ άλλους. Η Ρένα είχε έναν τρόπο να γελάει έτσι που ήθελες να κάνεις τα πάντα για να την κάνεις να γελάσει ξανά. Κάθε φορά που καθόμουν δίπλα της, ένιωθα τη ζέστη κι από τα γόνατά της ακόμα. Αγγίζαμε τα χέρια «κατά λάθος», ακουμπούσαμε ώμο με ώμο όταν περπατούσαμε και κάθε τόσο τα μάτια μας καρφώνονταν. Το πρώτο φιλί έγινε τρεις μέρες μετά εκείνη τη βραδιά στο λιμάνι, έξω από ένα περίπτερο, μέσα σε δυο βαθιές ανάσες.
Κράτησε πολύ το μεταξύ μας με την Ρένα. Δεν τα πήγαμε όλα ρόδινα, ούτε έγιναν τα πράγματα έτσι όπως στα έργα – αλλά όλα είχαν ένταση, όλα κρυβόταν ανάμεσα στα λόγια και στα βλέμματα. Με αυτήν έμαθα πως η αναμονή και το άγγιγμα λένε πιο πολλά καμιά φορά απ’ αυτά που μπορείς να πεις με χίλια λόγια. Κι αλήθεια, μερικά βράδια ακόμη κι αν δεν τρέχει τίποτα, μόνο που ξέρεις πως ο άλλος θέλει να σε αγγίξει όπως θες κι εσύ, γεμίζεις ολόκληρος.
Αυτά έζησα. Και τα λέω τώρα, όπως ακριβώς τα ένιωσα.
Αυτή την ιστορία μας την έστειλε ο Σταύρος.
