Ερωτικές Ιστορίες – Εκείνη η χειμωνιάτικη νύχτα με την Κωνσταντίνα
Θα σου μιλήσω ειλικρινά, δίχως φιοριτούρες. Γιατί κάποια πράγματα, σα να τα λες στη μάνα σου φίλε μου, δε θέλουν πολλά – λίγο φως απ’ το πεζοδρόμιο φτάνει, βραδινό, ήσυχο, και η καρδιά να χτυπά περίεργα. Θα σου πω για κάποιο βράδυ, τον χειμώνα που πέρασε, που κόπηκε η νύχτα στα δύο, με το βλέμμα της Κωνσταντίνας.
Ήτανε Πέμπτη, δουλειά ως αργά, κλασικά τσακισμένος ν’ ανεβαίνω Πατησίων. Χιόνι δεν είχε φτάσει ακόμα, έκανε όμως εκείνο το ψιλόκρυο που τσιμπάει κι ανασαίνεις βαθιά για να το αντέξεις. Στην είσοδο της πολυκατοικίας, φως από μισοσβησμένη λάμπα. Στάθηκα λίγο με το τσιγάρο, κουρασμένος. Και να ‘σου ένα καλησπέρα πίσω μου. Δισταχτικό, χαμηλό. Την ήξερα, πάνω-κάτω, χρόνια μένει στην ίδια πολυκατοικία, μα σπάνια ανταλλάζαμε κουβέντα. Τώρα όμως έμεινε δίπλα μου να μου κρατάει συντροφιά, μ’ ένα πακέτο ψώνια στα χέρια. «Χρειάζεσαι βοήθεια;» της λέω, «γιατί καήκαμε εδώ». Γέλασε. Και μόνο που άκουσα το γέλιο της, σα να ήπια ζεστό κρασί – ζεστάθηκα· χωρίς λόγο.
Ανεβαίναμε μαζί τα σκαλιά, γιατί το ασανσέρ χαλασμένο – παλιό κλασικό έργο. Στο διάδρομο ίσα που φώτιζε ένα λαμπάκι. Μια στιγμή σταθήκαμε έξω από το σπίτι της, και πριν μπω στο διπλανό – τι να με έσπρωξε, δεν ξέρω – τη ρώτησα αν θέλει να πιει έναν καφέ. Κατάπια τη ντροπή μαζί με τα λόγια. Έγειρε προς το μέρος μου χωρίς να μιλήσει αμέσως. Το σκέφτηκε. Ένα δευτερόλεπτο, δύο, έλεγα κάηκα. Με κοίταξε πλαγίως, όχι σαν γειτόνισσα, αλλιώς, βαθιά, και είπε «έχω φτιάξει μόλις, θέλεις να περάσεις;» Έγνεψα χωρίς να πω ναι ή όχι, λες κι ήτανε το πιο φυσικό πράγμα στον κόσμο.
Μέσα, το σπίτι μύριζε τσιγάρο, φρεσκοβρασμένο καφέ και λίγο βανίλια. Έβγαλε το παλτό της αργά, έγειρε λίγο στον ώμο, και ένιωσα δέος: καστανά μαλλιά, πρόσωπο ανοιγμένο απ’ το γέλιο, μάτια σκούρα, θάλασσα βαθιά με κύμα. Άφησα πίσω μου τη φασαρία της μέρας, και για λίγο δεν υπήρχε τίποτα άλλο εκτός απ’ το τώρα και τη δική της παρουσία. Μου έδωσε στην κούπα καφέ, τράβηξε μια καρέκλα, κάτσαμε απέναντι.
Η κουβέντα πάλι δεν είχε σπουδαία θέματά – τα τετριμμένα, πόσο δύσκολος είναι ο χειμώνας, τι κάνει η δουλειά, μωρέ, μέσα σ’ όλα ψάχνουμε και για γέλιο. Όμως η φωνή της έσπαγε το σκοτάδι, και όταν γελούσε ή όταν σώπαινε και με κοιτούσε, ήταν σαν να με άγγιζε. Τα δάχτυλα παίζανε ανήσυχα με το κουταλάκι. Τα μάτια ανεβοκατέβαιναν στα χείλη μου. Ξέρεις, είναι κάτι λεπτές σιωπές πριν ειπωθεί το μεγάλο, που φέρνουν πιο κοντά δυο ανθρώπους απ’ όλα τα λόγια του κόσμου.
Μετά από λίγο, όπως μιλούσαμε, το χέρι της ακούμπησε για λίγο το δικό μου. Το ‘νιωσα δυνατότερο απ’ ότι θα ήθελα. Ανατρίχιασα, χωρίς να το δείξω. Μείναμε έτσι λίγο, τα δάχτυλα να συναντιούνται διστακτικά. Κοίταξα το στόμα της. Κοίταξε τα μάτια μου. Πάλι σιωπή – κι εκεί, μέσα σ’ αυτή τη σιωπή, έγινε όλα. Δεν έγινε τίποτα σπουδαίο, και όμως αν με ρώταγες, θα ‘λεγα πως εκείνο το βράδυ η ζωή άλλαξε λίγο χρώμα.
Γύρισε το σώμα της προς το μέρος μου. Στάθηκε απέναντί μου. Κατέβασε τα βλέφαρα, τίναξε τρυφερά το μαλλί της πίσω από το αυτί. Ανέβηκαν οι σφυγμοί μου χωρίς να καταλάβω πώς. Κάτι μ’ έσπρωξε να της πιάσω το χέρι πιο σταθερά. Δεν τραβήχτηκε. Ξαναχαμογέλασε – αυτή τη φορά πιο ήσυχα, σαν να ήξερε πολλά για μένα που δεν τα ήξερα εγώ.
«Φοβάσαι;» με ρώτησε ξαφνικά. Γέλασα, έσκυψα. Τι να φοβάμαι, είμαι εδώ πλάι σου, σκέφτηκα, κι όμως πάντα κάτι φοβόμαστε. «Πάντα,» της είπα, «αλλά αυτό δεν με σταματά.» Σηκώθηκε, άφησε την κούπα στο τραπέζι, ήρθε δίπλα μου. Μου χάιδεψε τον ώμο, για λίγο, ύστερα τα μαλλιά. Χαμήλωσα το πρόσωπό μου και τη φίλησα απαλά στον ώμο. Δίπλα μας η κουζίνα ήσυχη, το φως κιτρινόλευκο. Τα σώματα μας πλησίασαν αργά, σε μια σιωπή γλυκιά – ούτε βιασύνη, ούτε φόβος· μόνο αυτό το κάτι που είχαμε ανάγκη και οι δυο.
Την αγκάλιασα – πρώτη φορά μετά από καιρό, τόσο φυσικά. Ένα χέρι της να ακουμπάει σιγανά στο σβέρκο μου, τ’ άλλο να χαϊδεύει το πρόσωπο μου. Όλα γίνανε αργά, λες και έπρεπε να νιώσουμε κάθε ανάσα, κάθε λίγο που η καρδιά πήγαινε να ξεφύγει. Φιληθήκαμε, λίγο ακόμα, σε μια αγκαλιά παρηγοριά – δεν χωρούσε λέξη εκεί μέσα πια, μόνο ανάσες και δέρμα.
Δεν ξέρω πόσο έμεινα εκεί, σ’ αυτή τη γωνιά, στην αγκαλιά και στην ανάσα της Κωνσταντίνας. Ούτε το ρολόι κοίταξα, ούτε ήθελα. Ήτανε από τις νύχτες που επιτέλους, νιώθεις να ανήκεις κάπου – σ’ ένα άγγιγμα, ένα βλέμμα, σ’ ένα στόμα που ψιθυρίζει τ’ όνομά σου τόσο μαλακά ώστε να σε νανουρίζει. Ίσα που σπάγαμε την ησυχία με κάνα γλυκό λόγο ή κανένα χάδι. Καμιά φορά χρειαζόμαστε μόνο αυτό – να βρούμε ότι δεν είμαστε μόνοι… ούτε στη μοναξιά του χειμώνα, ούτε στο φόβο του ξενυχτιού.
Στο τέλος καθίσαμε για ώρα σιωπηλοί – κρατώντας τα χέρια, αφήνοντας ό,τι ήταν να ειπωθεί, να το πει το φως του ξημερώματος. Πριν φύγω, λίγο πριν το χάραμα, με κοίταξε ξανά. Δεν είπε πολλά, ούτε χρειάστηκε. Μόνο ένα «καλό ξημέρωμα» μ’ ένα χαμόγελο που θα θυμάμαι όσο ζω. Έφυγα ελαφρύς, άλλος άνθρωπος. Δεν ξέρω τι μας ξημερώνει, δεν με νοιάζει. Ήξερα μόνο πως αυτή η βραδιά είχε αφήσει το σημάδι της πάνω μου.
Αυτά έζησα, αυτά ήτανε, και τα λέω τώρα όπως ακριβώς τα ένιωσα.
Αυτή την ιστορία μας την έστειλε ο Δημήτρης.
