Η γνώση του διαδικτύου στα μάτια σου!

Ερωτικές Ιστορίες – Εκείνη η νύχτα του Βασίλη και της Μαρίας

Δεν ξέρω αν η δική μου ιστορία είναι «ερωτική» με τη μεγάλη έννοια – ξέρεις, αυτή με τα σεμινάρια και τα χαμόγελα γεμάτα σιγουριά. Εμένα το’ χε φάει η ντροπή μια ζωή, το παραδέχομαι. Αλλά να, όσο κι αν περνάνε τα χρόνια, αυτό που έζησα με τη Μαρία εκείνο το βράδυ το θυμάμαι και χαμογελάω μόνος μου, λες και μου κάνουν τράκα τα γέλια του τότε με τις σιωπές του τώρα.

Είχαμε αρχίσει να μιλάμε στο καφενείο της γειτονιάς. Ξενυχτούσαμε παρέες, τα ποτήρια να γεμίζουν οινοπνεύματα και τα μάτια να ψάχνονται. Δεν σου λέω τώρα για τίποτα σπουδαία μέρη, για κρυφές γωνιές της Αθήνας μήτε λάμψεις. Ήταν κάπου στο Αιγάλεω, πίσω από το γήπεδο. Είχαμε βγει πέντε-έξι άτομα, ήξερα ότι θα έρθει κι αυτή, μια φίλη της παρέας που δεν είχα συναντήσει ποτέ πριν. Η Μαρία λοιπόν. Μια θηλυκή παρουσία ήσυχη, με εκείνο το χαμόγελο το μουλωχτό που λάμπει αντίθετα με το χάος γύρω της.

Την κοιτούσα όσο μπορούσα χωρίς ντροπή. Κάθε λίγο της έπιανα το βλέμμα και το έριχνα γρήγορα κάτω, να μη με πάρει χαμπάρι. Εκείνη όμως το ήξερε. Το βλέπω, μου λέει, μ’ αυτό το ύφος που σπάνια ακούς να σου μιλάνε έτσι στα σοβαρά. Τη ρώτησα αν τη φέρνει σε δύσκολη θέση. Μου γέλασε, σαν να μου έλεγε «σε άφησα επίτηδες να το κάνεις».

Η ώρα είχε πάει τρεις. Η παρέα άρχισε να χαλάει. Μείναμε εγώ, εκείνη κι ένας φίλος ακόμα. Δεν είχε ταξί, λέει, κι αν μπορούσα να τη γυρίσω μέχρι το σπίτι της, δέκα λεπτά δρόμος. Συμφώνησα με μια χαρά απ’ τις λίγες που δεν κρύβονται. Μπήκαμε στο αμάξι— μου έκανε εντύπωση που δεν μίλησε για λίγο. Άκουγε τη βραδινή εκπομπή ράδιο, είχε χαμηλά ο ήχος. Σε μια φάση άπλωσε το χέρι της και μου ζήτησε τσίχλα. Ήταν μια κινήση τόσο απλή, μα ένιωσα τη ζέστη της παλάμης της να μου δένει για λίγο τα δάχτυλα.

Ήμασταν κουρασμένοι, αλλά κανείς μας δεν ήθελε να τελειώσει το βράδυ. Νιώθεις άμα υπάρχει ένταση. Δεν κοιτάμε ο ένας τον άλλον άμεσα, αλλά κάθε τόσο συναντιούνται τα μάτια μας στο καθρέφτη – κάτι τέτοιες μικρές αγωνίες χτίζουν τις μεγαλύτερες φλόγες.

Φτάνοντας στη γειτονιά της, παρκάρω. Δεν κάνει κίνηση να κατέβει. Απλώνει το χέρι και μου σφίγγει τον ώμο. Σκάνε λίγα λόγια, λέει τι όμορφα περάσαμε και πως κάτι της άρεσε στη βραδιά αυτή. Της λέω ότι κι εγώ θα ‘θελα να κρατήσει λίγο ακόμα. Σιωπή. Εκείνη απλώνει κι άλλο— μου πιάνει το χέρι, το κρατάει σφιχτά με τα δυο της. Νιώθω την καρδιά μου να χτυπά δυνατά, πολύ δυνατά. Δεν μιλάμε πια — απλώς κοιταζόμασταν στα μάτια λες κι είναι η πρώτη φορά που βλέπω γυναίκα έτσι να με κοιτάει. Τέλος πάντων, δεν κρατιέμαι – σκύβω, ακουμπάω το μέτωπό μου στ’ από πάνω της κροτάφου της. Μυρίζει κάτι γλυκό, κάτι ξένο που με καλεί όλος πόθος.

«Βιάζεσαι να φύγεις;» με ρωτάει. Το λέει ψιθυριστά αλλά το νιώθει η πλάτη μου. Της λέω όχι, κι άμα δεν θέλει κι εκείνη, θα μπορούσα να γυρνάμε μες στη νύχτα ώρες. Δε μ’ αφήνει να τελειώσω τα λόγια – αργά, χωρίς βιασύνες, με φιλιά που πιάνουν πρώτα από το σβέρκο και μετά καταλήγουν στα χείλη. Δεν είναι σιγουριά, είναι δισταγμός γεμάτος θάρρος. Ανάβει το τσιγάρο, βγάζει λίγο τον αναστεναγμό της έξω απ’ το παράθυρο. Τα φώτα μέσα στο αμάξι χαμηλά – κανένας δεν περνάει έξω τέτοια ώρα.

Δεν λέμε τίποτα για λίγα λεπτά. Παίζει με τα χέρια μου, τρίβει τα δικά της πάνω στα δικά μου, τόσο τρυφερά λες και ζωγραφίζει πάνω τους. «Θα έρθεις πάνω;» ρωτάει, δειλά. Της λέω μια βλακεία, κάτι να ελαφρύνω την ατμόσφαιρα, «δεν φοράω καλτσόν να ξεφορτωθώ, αντέχεις τέτοια εικόνα;» – και γελάει μ’ αυτή τη φωνή που φέρνει κοντά τους δρόμους της Αθήνας, τα ρεφραίν της νιότης. Ανασαίνει βαθιά πριν μου πει «Έλα, να μην είμαστε μόνοι μας απόψε.»

Ανεβαίνουμε. Το σπίτι απλό, καθαρό, κάτι φωτογραφίες στους τοίχους, μυρωδιά καφενείου που έχει μπλεχτεί με αρώματα γυναικεία. Βάζει νερό για τσάι. «Ούτε καφέ ούτε αλκοόλ», μου λέει, μ’ αυτούς να τελειώνουν νωρίς τα βράδια. Εγώ όμως τα’ χα ήδη μεθύσει όλα στη διαδρομή.

Καθόμαστε στον καναπέ. Δεν το περιγράφω λεπτομερώς γιατί δεν έχει σημασία τι έγινε, σημασία είχαν τα μάτια – τα δικά της μάτια, πώς κοιτούσα να δαγκώνουν τα δικά μου. Πώς οι ανάσες συγχρονίστηκαν λίγο πριν χαθούμε. Πώς τα χέρια μπλέχτηκαν και μετά δεν ξεχώριζες ποιος κρατάει ποιον. Δεν ήρθε έρωτας στη στιγμή, ήρθε αυτό το δέσιμο που σπάνια βρίσκει κανείς. Πρώτη φορά δεν φοβήθηκα να πλησιάσω γυναίκα έτσι, πρώτη φορά ένιωσα να μην μετράω το βήμα μου.

Κάποια στιγμή στον καναπέ, με ρώτησε «Τι σκέφτεσαι;». Δεν ήξερα τι να πω ακριβώς, έξω μόνο άκουγες το σκουπιδιάρικο της αυγής. «Ότι δεν θέλω να ξημερώσει», της απάντησα τελικά και με φίλησε ξανά. Κι αυτή τη φορά ήταν το φιλί που σώπασε όλους τους φόβους.

Δεν ξέρω αν συνεχίστηκε ή όχι – η νύχτα αυτή όμως για μένα έμεινε να καίει, ένα μικρό παράθυρο στη ζωή, αυτή τη ντροπαλή, που στάθηκε θαρραλέα για μια φορά. Αυτά έζησα. Και τα λέω τώρα, όπως ακριβώς τα ένιωσα.

Αυτή την ιστορία μας την έστειλε ο Βασίλης.

You might also like