Ερωτικές Ιστορίες – Ένα Καλοκαίρι Μες στη Ζέστη με τη Λένα και τον Νυχτοφύλακα
Ένα Καλοκαίρι Μες στη Ζέστη
Ξέρεις τι είναι να σου κολλάει η φανέλα απ’ τον ιδρώτα και να μη σ’ ενοχλεί καθόλου; Να κάθομαι στον ίδιο καναπέ που κάθομαι τώρα, και να κοιτάζω τα παπούτσια μου – χώμα από το γήπεδο, σημάδια που έχουν μείνει από ένα παιχνίδι που έπαιξα με τον Μιχάλη. Έτσι ξεκίνησε το βράδυ εκείνο. Ήτανε καλοκαίρι πέρυσι, δούλευα νυχτοφύλακας σε μια πολυκατοικία εδώ στη γειτονιά, και όσο να ‘ναι, μ’ άρεσε το βραδινό το κλίμα, κυρίως γιατί ήτανε πιο ήσυχα και μπορούσα να σκέφτομαι.
Σ’ εκείνη την πολυκατοικία από πάνω έμενε η Λένα, νιόφερτη τότε στον τρίτο. Αρχικά τη βλέπα μόνο στο ασανσέρ. Ήταν απ’ αυτές που λένε μια «καλημέρα» και τίποτα άλλο, και μετά στην τύχη μπορεί να σου χαμογελάσει ή να σε αγνοήσει τελείως. Μου φαινότανε ψυχρή στην αρχή – αλλά κάτι στο βλέμμα της την πρόδιδε. Κάτι ανάμεσα σε κούραση και προσμονή, σαν άνθρωπος που έχει κουβαλήσει κάτι καιρό μέσα του και ψάχνει να τ’ ακουμπήσει χωρίς να το ξέρει.
Το ήξερα πότε γυρνούσε· πάντα γύρω στις έντεκα. Εκείνο το βράδυ σιγά-σιγά, δίχως να το καταλάβω, βρέθηκα να την περιμένω, σχεδόν ασυναίσθητα. Στεκόμουν δίπλα στην πόρτα, τάχα πως κοίταζα το κινητό. Την άκουσα μέσα στη σιγή της αυλής, τα βήματα της ν’ αντηχούν, με εκείνο το δειλό τακ-τακ στα πλακάκια. Όταν μπήκε, κοίταξε πρώτα κάτω και μετά εμένα στα μάτια, λίγο παραπάνω απ’ ό,τι συνήθιζε.
«Καλησπέρα,» της λέω.
Εκείνη σήκωσε το βλέμμα, μ’ εκείνο το χαμόγελο που δεν είναι ακριβώς ευγένεια, είναι κάτι άλλο, σαν να σου λέει σ’ εμπιστεύομαι όσο χρειάζεται να σ’ εμπιστευτώ. «Καλησπέρα,» απαντά. Κι αντί να φύγει κατευθείαν, στέκεται λίγο εκεί, να συμμαζέψει τα κλειδιά στην τσάντα. Εγώ τεντώνω το κορμί, δήθεν να ξεπιαστώ, αλλά αυτό που θέλω είναι να πλησιάσω μισό βήμα, να δω αν μυρίζει το αλάτι απ’ τον ιδρώτα της μέρας ή το γιασεμί που λένε διάφοροι ότι της αρέσει να φοράει.
«Πολύ ζέστη ε;» της λέω, για να πω κάτι.
Και τότε με κοίταξε – όχι όπως κοιτάς κάποιον με τον οποίο λες απλά μια καλησπέρα, αλλά όπως κοιτάζεις αυτό που φοβάσαι πως θες αλλά δεν τ’ αφήνεις να βγει πριν την ώρα του.
Και μόλις πάει να φύγει, της πετάω «Θέλεις να καθίσεις λίγο έξω; Έχει λίγο αεράκι κι είναι ωραία.» Με κοίταξε διστακτικά, κι όση ώρα πήρε να σκεφτεί, ένιωθα σαν να μου καιγότανε η γλώσσα στο στόμα.
Ήρθε και κάτσαμε πίσω, εκεί στην αυλή. Στην αρχή μιλούσαμε για δουλειές και τα σχετικά – τα πιο αδιάφορα, δήθεν. Αλλά ένιωθα πως κάθε φράση που λέγαμε, κάθε παύση, κάθε αμήχανη σιωπή, έφτιαχνε μια ένταση που δεν υπήρχε καμία ανάγκη να εξηγηθεί. Τα χέρια της έπαιζαν νευρικά με τα κλειδιά, μα τα μάτια της ήταν πάνω μου, ψάχνοντας.
Δεν ξέρω πώς να το περιγράψω – ένιωσα ότι άλλο να λέμε προτάσεις και άλλο όλο μας το σώμα ν’ ακουμπάει την αλήθεια. Εγώ έλεγα για μικρός πώς έπαιζα μπάλα στον ίδιο δρόμο, για βράδια που πέρναγα στα κάγκελα της αυλής. Εκείνη μου είπε λίγα, πιο μαζεμένη. Αρκούσε όμως. Αρκούσε το πώς μ’ άκουγε, πώς άφηνε σιγά σιγά να πέσει το φως πάνω της και να ζωγραφίσει τις γραμμές του προσώπου της.
Έκλεισα για μια στιγμή τα μάτια μου, κι όταν τα άνοιξα, την είδα να κάθεται έτσι όπως γέρνει λίγο μπροστά μια γυναίκα που παίρνει απόφαση να το ρισκάρει.
«Ψιλοφοβάμαι τους ξένους ακόμα…» μου είπε κάποια στιγμή, πολύ χαμηλόφωνα. Την κοίταξα μ’ ένα χαμόγελο που δεν ήξερα αν είναι πιο πολλή αμηχανία ή θάρρος. «Εγώ καμιά φορά φοβάμαι τους δικούς μου πιο πολύ,» της απάντησα. Εκείνο το βράδυ ανοίξαμε τα χαρτιά μας ο καθένας, απαλά αλλά χωρίς πολλές κουβέντες. Την ένιωθα δίπλα μου. Τη ζέστη μας, τον αέρα που έμπαινε απ’ τα λουλούδια και την έκανε να βήχει ελαφρά, να γελά χωρίς να προσπαθεί να συγκρατηθεί.
Χωρίς να το σκεφτώ πολύ, της άγγιξα το χέρι. Δεν τ’ άφησε. Αντίθετα, ένιωσα τα δάχτυλά της να κλείνουν σιγά σιγά σαν να γύρευαν να χωθούν στις γραμμές που ‘χουν οι παλάμες μας, να ταιριάξουν με το σχήμα μου. Τότε ήταν που έπεσε εκείνη η σιωπή, η άλλη, που διαρκεί καρδιές χτύπους. Αυτή που ξέρεις ότι κάτι αλλάζει. Ένιωθα τον ιδρώτα στην πλάτη μου, μα δεν μ’ ένοιαζε καθόλου.
«Να σε πάω πάνω;» με ρώτησε, με μια φωνή σχεδόν ψίθυρο. Σηκωθήκαμε μαζί. Τα χέρια δεν ξεκόλλησαν. Μέσα στ’ ασανσέρ δεν είπαμε τίποτα, μόνο που εκείνη ακούμπησε το κεφάλι της στον ώμο μου για λίγο, σαν να ήξερε πως πρέπει να είμαστε έτσι. Σαν να το έβγαζε απ’ μέσα της αυτό που κρατούσε καιρό.
Στο διαμέρισμά της ήταν κλειστά τα φώτα, μόνο το φως του δρόμου έμπαινε και καθόταν πάνω μας. Τα πάντα ήτανε γεμάτα προσμονή, σαν να κρεμόμασταν απ’ το τι θ’ ακολουθήσει. Το φιλί μας ήρθε σχεδόν πριν το σκεφτούμε. Δεν έχει σημασία αν είχε τρέμουλο ή αν έκανε λίγο θόρυβο το ξύλινο πάτωμα. Όλα αυτά τότε τα αισθανόμουν, ανάσες, χτύπους, εκείνη τη ζέστη που ‘χε γίνει τώρα κάτι απέραντα γλυκό, σαν να σε σκέπαζε ένα σεντόνι ακόμα κι όταν ήσουν γυμνός.
Δεν θυμάμαι όλο το βράδυ, μόνο δαγκωμένα χείλη και γελάκια, το «έλα πιο κοντά» χωρίς να μιλάμε, το βλέμμα που ζήταγε συνέχεια επιβεβαίωση – είσαι εδώ, υπάρχουμε. Και μετά, κάπου προς τα χαράματα που σηκώθηκα να φύγω, με φίλησε στο μέτωπο, κι ήξερα πως ό,τι κι αν γίνει το επόμενο βράδυ, αυτή τη στιγμή δεν θα την έσβηνε κανένας ούτε θα την άλλαζε κάτι.
Αυτά έζησα. Και τα λέω τώρα, όπως ακριβώς τα ένιωσα.
Αυτή την ιστορία μας την έστειλε ο Μάκης.
