TIFU STORIES – Το τάπερ του Μάριου που τίναξε το γραφείο στον αέρα
Σήμερα τα έκανα μαντάρα με το… φαγητό στο γραφείο.
Πάω γραφείο σχεδόν κάθε μέρα, ίδιο μοτίβο: λίγο καθυστερημένος, πάντα με έναν καφέ στο χέρι, ψάχνω να βρω που πέταξα το κινητό μου, και με το που μπαίνω μέσα το πρώτο που ακούω είναι ο Χρήστος να γκρινιάζει για δουλειές. Εκείνη τη μέρα είχα πει ότι θα προσέξω τι τρώω – το ψιλοείχα παρακάνει με τα σουβλάκια. Οπότε το πρωί ετοίμασα από το σπίτι φαΐ: κοτόπουλο με μπρόκολο (γιατί νηστεία, λέει, και το ‘παιζα και υγιεινός).
Μόνο που, κλασικά, αργώντας το πρωί το άφησα μέσα στην τσάντα χωρίς ψυγείο, και το ‘βαλα εκεί να το βρουν τα μικρόβια. Σκέφτομαι “εντάξει ρε φίλε, τι να πάθει; Έτσι κι αλλιώς το ψήνω μετά στο microwave”. Πρώτο λάθος. Εκεί έπρεπε να το δω, να το αφήσω ή να μην ασχοληθώ καν, να πάρω κανά τοστ απέξω. Αλλά είπα “δεν βαριέσαι”. Πάντα έτσι λέω και μετά όλο κάτι μου γυρνάει μπούμερανγκ.
Φτάνω στη δουλειά, κάθομαι, και μέχρι το μεσημέρι το έχω ξεχάσει. Γύρω στις δύο, που πεινάω σαν λύκος, ανοίγω το tupper – πρώτη φάση: μυρίζει λίγο, αλλά δεν ήταν και τέρμα άσχημα. Λέω “σιγά τώρα, θα ζεσταθεί, θα φύγουν τ’ αρνητικά”. Παρόλο που βρωμοκοπάει ο αέρας, με πείθω ότι είναι οκ. Τρίβω τα χέρια μου, πάω στο microwave, το βάζω να σβουρίξει, πετάω δυο μπαστούνια μπρόκολο και κάτι κομμάτια κοτόπουλο και περιμένω. Όσο ζεσταίνεται, πλανιέται ο… αμφιλεγόμενος ατμός σε όλο το γραφείο. Κι όμως: αντί να σταματήσω, εκεί πεισμώνω. Το παίρνω πίσω στο γραφείο, χτυπάω μπουκιά-μπουκιά, μην τυχόν και το καταλάβουν οι άλλοι.
Κάπου στη δεύτερη μπουκιά μπήκε ο Χάρης μέσα, έκανε ένα μορφασμό και λέει: “Ρε, ποιος έβαλε κουνουπίδι και βραστό ψάρι στο φούρνο;” Κόκκαλο εγώ. Απάντησα κάτι χαζό του στυλ “έτσι είναι τα υγιεινά, δεν φταίω εγώ”, ενώ το από μέσα μου φώναζε “φίλε, πέταξέ το, σώσε την αξιοπρέπειά σου, μη σου πουν ότι έφερες σάπιο φαΐ”.
Παρόλα αυτά, εγώ εκεί, το έχω πάρει πείσμα. Τελειώνω σχεδόν όλο το τάπερ (ακόμα αναρωτιέμαι γιατί), και με το που το κατεβάζω αρχίζω να ιδρώνω, να νιώθω στο στομάχι μου αυτό το περίεργο τσίτωμα. Να πω εδώ ότι είχα meeting μετά από 20 λεπτά. Μαγικό timing. Πάω στο meeting, δείχνω χαλαρός, αλλά μέσα μου γίνεται χαμός. Κάποια στιγμή, καταλαβαίνω ότι το μόνο που μπορώ να σκεφτώ είναι αυτή η ενόχληση στο στομάχι μου, που αρχίζει και μεταφέρεται νοητά πιο νότια.
Ξεκινάει το “μπουρμπουλήθρα” concert. Όπως είμαι μαγκωμένος εκεί, προσπαθώ να κρατηθώ αξιοπρεπής μπροστά σε όλο το τμήμα. Μιλάει η προϊσταμένη για νέα πρότζεκτ, εγώ κάνω τον κουλ, αλλά μέσα μου οργιάζει το internal monologue “μη γίνεις ρεζίλι, ΜΗΝ…” Εκεί ήταν η τελευταία στιγμή που θα μπορούσα να ζητήσω μια διακριτική έξοδο, να πω “παιδιά, μισό λεπτό κάτι έκτακτο”, και να τρέξω τουαλέτα. Αλλά εγώ ξανά: “θα περάσει, θα αντέξω”.
Τεράστιο λάθος.
Δεν προλαβαίνω να δω, και ξαφνικά γίνεται… πυρηνική επίθεση στο έντερό μου. Μάλλον φάνηκε και στη φάτσα μου, γιατί η Έλενα δίπλα με ρώτησε με νόημα “είσαι καλά;”. Απαντάω “μια χαρά” – που και ψέμα ήταν και τελικά έγινε κι αυτοεκπληρούμενη προφητεία, γιατί με το που τελειώνει το meeting κάνω την πιο γρήγορη έξοδο ever.
Αρχίζει λοιπόν ο γνωστός αγώνας δρόμου στο διάδρομο για να φτάσω εγκαίρως στην τουαλέτα. Πάω να μπω στην πιο απομακρυσμένη, να ‘χω την ησυχία μου, αλλά φυσικά, εκείνη την ημέρα είχε ουρά – και να το άγχος μου να μεγαλώνει και να δένει η κατάσταση ακόμα περισσότερο.
Καταλήγω, όπως όπως, στην πιο κοντινή τουαλέτα, η οποία, λογικά, είχε μόλις καθαριστεί και μύριζε χλωρίνη, πράγμα όχι και το πιο καλό για το συνδυασμό με το… αποτέλεσμα του μπρόκολου και του κοτόπουλου. Εκεί βίωσα τις πιο αγωνιώδεις στιγμές. Για τα επόμενα πολύ, ΠΟΛΥ λεπτά, κανείς δεν ήθελε να μπει στις τουαλέτες (και κάπως διακριτικά άκουσα τον Γιάννη να σχολιάζει “παιδιά, τι παίζει εδώ σήμερα;”). Εγώ εκεί, πλήρης αμηχανία, προσπαθώντας να βγω διακριτικά χωρίς να με πάρουν είδηση. Αλλά δεν σώζεται τέτοια κατάσταση.
Επιστρέφω στο γραφείο, προσποιούμαι χαλαρός – αλλά όλοι με κοιτάνε αλλιώς. Τελειώνει η μέρα. Πριν φύγω, περνάει ο Χρήστος, με κοιτάζει πειραχτικά και μου λέει “Άντε, την άλλη φορά πάρε τοστ καλύτερα.”
Και κάπως έτσι, σήμερα τα έκανα μαντάρα.
Αυτή την ιστορία μας την έστειλε ο Μάριος.
