TIFU STORIES – Το καφάσι με τα καρπούζια
TIFU: Το καφάσι με τα καρπούζια
Σήμερα λοιπόν, αποφάσισα να μοιραστώ την προσωπική μου στιγμή ντροπής – ναι, οι φίλοι μου ήδη γελάνε κάθε φορά που το θυμούνται, οπότε ας το πετάξω και στο ίντερνετ μπας και γίνω viral και καταφέρω να ξεχάσω. Όλα ξεκίνησαν το πιο αθώο Σάββατο πρωί. Ξύπνησα φρέσκος, ήπια τον καφέ μου, και σκέφτομαι “ρε φίλε, ας πάω στη λαϊκή μήπως και βρω κάνα καλό φρούτο, είπαμε, καλοκαίρι, μπόλικη ζέστη, λίγο καρπούζι θα κάνει διαφορά”.
Σηκώνομαι, παίρνω την πάνινη τσαντούλα (η μάνα μου θα ήταν περήφανη), και ξεκινάω πεζός για τη λαϊκή που είναι μόλις πέντε λεπτά από το σπίτι. Μπαίνω στη φάση “κοιτάμε και χαζεύουμε τις τιμές”. Όλα καλά – μέχρι που φτάνω στους καρπουζάδες. Ο ένας τύπος εκεί, κλασικός νταής λαϊκής, φωνάζει “έλα μεγάλε, τ’ αραιά τα καρπούζια ένα-δυο!” και κάνω το λάθος να του δώσω λίγη σημασία. Λέω, ας πάρω ένα, τι έγινε; Βγάζει μαχαίρι, σπάει στα δύο ένα τεράστιο καρπούζι, δίνει ένα κομμάτι να δοκιμάσω, και πραγματικά, σαν να μασουλάς καλοκαίρι και παιδικές αναμνήσεις μαζί.
Το λάθος μου ξεκινάει εδώ, γιατί αντί να πάρω το μικρό, άνετο καρπουζάκι, εντυπωσιάστηκα τόσο με το μέγεθος του “καλού καρπουζιού” που ήθελε να σπρώξει ο τύπος, που κατέληξα να πω το μοιραίο “αυτό το μεγάλο μου βάζεις, κάνε και καλή τιμή!”. Ο τύπος πετάει ένα “για το παλικάρι, μισό κιλό δώρο!”, και σε δευτερόλεπτα βρίσκομαι με ένα καφάσι στο χέρι που αν το αφήσω κάτω, ακούγεται μπαμ-μπουμ. Φεύγω, λοιπόν, αγκομαχώντας (κάνω ότι δεν κουβαλάω ολόκληρο τον Υμηττό) και ήδη ιδρώνω σαν μουσακάς μέσα στον Ιούνιο.
Κάπου εκεί έρχεται το δεύτερο μικρό λαθάκι. Λέω, “δεν παίρνω κι ένα πεπόνι; Αφού ήδη κουβαλάω το μισό Βόσπορο, τι διαφορά κάνει;” Και με βλέπω να μπαίνω σε δεύτερο πάγκο, και να προσπαθώ να ισορροπήσω μπάλες φρούτων σε τσάντα, χέρι, αγκώνα, μέχρι και μασχάλη αν χρειαζόταν. Δεν έχω ιδέα πώς νόμιζα ότι θα το καταφέρω. Εκεί ήδη κοκκινίζω από την γελοιότητα – αλλά συνεχίζω. Εκεί έπρεπε να σταματήσω. Θα μπορούσα να είχα πει “έως εδώ”, να αφήσω το πεπόνι, να πάω σπίτι σαν άνθρωπος. Αλλά όχι, λέω μέσα μου “πόσο δύσκολο να είναι; Θα τα κουβαλήσω, άνδρας είμαι (που σαφώς δεν ισχύει όταν ιδρώνεις και γλιστράς σαν σαπούνι Βιολέτα)”.
Το ακριβώς επόμενο στάδιο ήταν το αναμενόμενο: φτάνω έως τη γωνία του σπιτιού. Εγώ, να τρέμω, τα χέρια να καίνε. Τότε ξεκινάνε τα ευτράπελα. Ένα περιστέρι αποφασίζει να πετάξει ακριβώς μπροστά μου (συνωμοτεί και η φύση). Απότομα, σκοντάφτω πάνω στο πεζοδρόμιο και προσγειώνω το καφάσι πάνω σε ένα βαθούλωμα. Το καρπούζι (ΝΟΜΙΖΑ πως ήταν σταθερό) αναπηδά σαν μπάλα μπάσκετ, σκάει δύο φορές, φεύγει και κυλάει αργά, λες και το υπολογίζει. Στο ενδιάμεσο το πεπόνι, που είχα ισορροπήσει πάνω στην τσάντα, κάνει σλάλομ στη λακκούβα και προσγειώνεται με θόρυβο που κάνει δυο παππούδες να στραφούν και να κοιτάνε με περιέργεια.
Για μια στιγμή μένω να τα κοιτάω να κυλάνε, παγιδευμένος σ’ αυτό το κωμικοτραγικό κενό – τα καρπουζοπεπόνια στο οδόστρωμα, εγώ με ελαφρώς σπασμένη αυτοπεποίθηση, οι παππούδες να ξεκινούν ήδη την ιστορία “θυμάσαι τότε που ο τρελός της γειτονιάς κυνηγούσε τα καρπούζια του;”. Εκεί έπρεπε να κάνω ότι τίποτα δεν συνέβη, να σκύψω, να τα μαζέψω διακριτικά και να φύγω. Το αγόρι εκεί, ο ενήλικος άνθρωπος, αποφάσισε να τρέξει – και να κυνηγήσει το καρπούζι στο κατηφορικό στενό, γιατί φυσικά έπρεπε να πάρει φόρα, να χτυπήσει σε μια ρόδα παρκαρισμένου αυτοκινήτου και να σκάσει ΠΑΝΤΟΥ.
Φαντάζεστε εικόνα: εγώ σκυφτός με τα χέρια γεμάτα ροζ “άμμο” από καρπούζι, να με κοιτάνε δυο γριούλες που γέλαγαν χωρίς έλεος, και δύο πιτσιρικάδες να με βιντεοσκοπούν με κινητό. Μετά, φυσικά, ήρθε η φώτιση, ότι πρέπει να καθαρίσω τα πάντα μόνος, γιατί αλλιώς θα μείνει το σώμα του καρπουζιού εκεί για πάντα και θα με κυνηγάνε οι γείτονες.
Το μόνο που κατάφερα να διασώσω είναι το μισό πεπόνι (μια χαρά γιαούρτι του έβαλα), κι ένα πολύ δυνατό μάθημα: ποτέ ξανά υπερβολές στη λαϊκή, ούτε μαγκιές με καφάσια. Και την επόμενη φορά που θα δω καρπούζι να κατρακυλάει, θα θυμηθώ πως κάπου κάπου καλύτερα να αφήσεις τα πράγματα να πάνε όπως είναι – κυριολεκτικά.
Ναι… σήμερα τα σκάτωσα κανονικά.
Αυτή την ιστορία μας την έστειλε ο Μιχάλης.
