TIFU STORIES – Πλημμύρισα το μπάνιο με χημικά καθαριστικά και έλιωσα μέχρι και τον κουβά
Λοιπόν, σήμερα λέω να ξανοιχτώ δημόσια και να παραδεχτώ πως έκανα ίσως τη μεγαλύτερη γκάφα των τελευταίων ετών. Όλα ξεκίνησαν από μια χαλαρή Κυριακή πρωί που απλά ήθελα να φτιάξω έναν ελληνικό καφέ και να χαζέψω τηλεόραση – “απλός άνθρωπος”, θα πεις. Η μέρα μετά άρχισε να στραβώνει τόσο αργά και γλυκά που ούτε κατάλαβα πού έμπλεξα.
Εξηγούμαι: Μένω σε μια παλιά πολυκατοικία στο Παγκράτι. Τα υδραυλικά το έχουν δει “γάργαρο ποτάμι του Νείλου” και κάθε τρεις και λίγο κάτι στάζει, κάτι βουλώνει, κάτι εξαϋλώνεται. Εκεί που έπλενα τα δόντια μου, λοιπόν, βλέπω το νερό να αργεί να φύγει. Σκέφτομαι: “Α, κάτι τρίχες πάλι θα φράξανε τη σχάρα, χαλαρά, θα το φτιάξω.” Ένα μικρό βούλωμα, λέει, θες αποφασιστικότητα, θες μια γρήγορη δράση, θες… αφέλεια; Εγώ διάλεξα όλα τα παραπάνω.
Ανοίγω το ντουλαπάκι. Βρίσκω ένα παλιό μπουκαλάκι με καθαριστικό σωληνώσεων, εκείνο το άγριο το με διαλυτικό που ακόμα και το καπάκι του μυρίζει καυστικό. Η προειδοποίηση λέει “ΕΦΑΡΜΟΣΤΕ ΠΡΟΣΟΧΗ” και “ΜΗΝ ΧΡΗΣΙΜΟΠΟΙΕΙΤΕ ΥΠΕΡΒΟΛΙΚΟ ΠΟΣΟ”. Αγνοώ τις οδηγίες τύπου “λίγες σταγόνες αρκούν”, αφού “έλα μωρέ, τι θα πάθει το καημένο το σιφώνι, τόσα έχει περάσει”. Ρίχνω την καλή δόση, στάζω και λίγη έξω, δεν χαλάει ο κόσμος – σκέφτομαι.
(Εκεί ήταν το πρώτο καμπανάκι. Έπρεπε να είχα σταματήσει, να περιμένω να κάνει τη δουλειά του το καθαριστικό, αλλά η ανυπομονησία μου και η άγνοια κινδύνου πήραν κεφάλι.)
Λίγη ώρα μετά ξεχνιέμαι στα social. Ξαφνικά, όμως, όλο το σπίτι μυρίζει περίεργα. Όχι απλά καθαριστικό, αλλά ένα χημικό που σου τυραννάει τη μύτη. Πάω να τσεκάρω και βλέπω ΑΦΡΟ παντού κάτω από τον νιπτήρα, λες και κάνω πείραμα στη χημεία κι έβαλα όλα τα λάθος υλικά. “Χμμ, μήπως να ανοίξω περισσότερο τη βρύση, να φύγει ο αφρός;”
Δεύτερο καμπανάκι. Αντί να περιμένω και να ψάξω τι στο καλό πρέπει να κάνω, ανοίγω τη βρύση στο φουλ. Αρχίζει να βράζει ο αφρός, να ακούγονται περίεργοι θόρυβοι, και ξαφνικά, ξεκινάει να ανεβαίνει – ΟΧΙ μόνο στο νιπτήρα, αλλά και στη μπανιέρα! Τώρα συνειδητοποιώ ότι το σωληνάκι κάτω από το νεροχύτη ενώνει όλα τα συστήματα, οπότε ό,τι χυθεί στο ένα, θα το φας στη μάπα από όλα τα άλλα.
Και, εννοείται, ΠΛΗΜΜΥΡΑ στο μπάνιο.
Μισοπανικόβλητος – μισοχαζογελαστός, με φούξια αφρούς να ανεβαίνουν, τραβάω πανικόβλητος το πρώτο κουβά που βρίσκω και αρχίζω ν’ αδειάζω τη μπανιέρα. Που να φανταστώ βέβαια πως το καθαριστικό, εκτός από τις τρίχες, έχει “φάει” και το μισό πλαστικό σιφόνι. Κάπου εκεί (πολύ αργά για να φανούν οι γραμμές διαχωρισμού “λάθος/σωστό”), νιώθω κάτι να στάζει στα πόδια… και συνειδητοποιώ ότι ο κουβάς που κρατάω, είχε τρυπήσει από τα χημικά.
Η φάση είναι πλέον ξέφραγο αμπέλι: μπάνιο χαμός, ταπετσαρία με μωβ κιτρινίλες, πόδια να καίγονται, το μπουρνούζι να βγάζει μια χημική μυρωδιά που σου σηκώνει τα μαλλιά.
Κι επειδή η γκαντεμιά δεν σταματά εκεί, ακούγεται και το κουδούνι. Ήταν ο Βασίλης, ο κολλητός μου, που θα περνούσε “να πούμε καμιά μ@λ@κία και να δούμε μπάλα”. Ανοίγω (τί να κάνω;), και αντί να μπει μέσα, μένει στήλη άλατος στην είσοδο, βλέποντάς με μισόγυμνο, βρεγμένο μέχρι το γόνατο με μπουρνούζι-ουράνιο τόξο, σφουγγαροπετσέτες στο ένα χέρι και τη μυρωδιά σα να έχει γίνει χημικό δυστύχημα.
Κάπου εκεί μου ήρθε να χτυπήσω το κεφάλι μου στον τοίχο και να φωνάξω “αυτό δεν το ζω!”. Βασίλης μέσα στα γέλια να τραβάει story για το Instagram, εγώ να ουρλιάζω “όχι ρε μαλ@κα, όχι ρε τώρα”, να ψάχνω στα χαμένα τη σφουγγαρίστρα και να εύχομαι να ανοίξει η γη να με καταπιεί (ή, εναλλακτικά, ένας καλός υδραυλικός).
Ο απολογισμός της μέρας; Χάλασα το σιφόνι, κατέστρεψα τον κουβά, μισό μπάνιο έχει γυάλινη λάμψη επικίνδυνη, ο φίλος μου το διατυμπάνιζε διαδικτυακά (“κοίτα τον Καβουρνιώτη, εδώ ξεπαστρεύει το σπίτι του”), και για να καταφέρω να ξαναχρησιμοποιήσω το μπάνιο πήρε τρεις ώρες, τρεις σακούλες σκουπίδια κι ένα τηλεφώνημα στον υδραυλικό που μου το ‘κλεισε στα μούτρα γιατί ήταν Κυριακή.
Αν είχα σταματήσει νωρίς… αν είχα διαβάσει τις οδηγίες… αν είχα ένα κουβά με σωστές προδιαγραφές, μπορεί να μη βρισκόμουν να πρωταγωνιστώ σε viral story.
Και κάπως έτσι, σήμερα τα έκανα μαντάρα.
Αυτή την ιστορία μας την έστειλε ο Αντώνης.
