Serfare.com - Ερωτικές, Τρομακτικές, Οικογενειακές, Tifu, Aita Ιστορίες

TIFU STORIES – Ο καφές, το ψέμα στο αφεντικό και το καμένο powerbank

Να πώς τα έκανα μαντάρα σήμερα. Ξύπνησα σχετικά καλά, είχε μάλιστα μια λιακάδα που σε έκανε να θες να πας μια βόλτα, αλλά εγώ βιαζόμουν για δουλειά. Είχα αργήσει ήδη, οπότε είπα να μην φάω πρωινό, αλλά να πάρω έναν καφέ από το κυλικείο στο γραφείο και να φας κάτι εκεί – υπολόγιζα όμως χωρίς τον ξενοδόχο, που στην περίπτωσή μου ήταν η πείνα και η αφηρημάδα.

Στο δρόμο βρήκα μια φίλη, τη Μαρία, κι έπιασα κουβέντα μαζί της. Εκείνη πήγαινε προς άλλη μεριά αλλά της είπα «έλα μαζί μου ως πιο κάτω» και τελικά κατέληξε να με συνοδεύει ως τη δουλειά. Κουβεντιάζαμε, λέγαμε για τη Μυρτώ που τα έφτιαξε με τον Γιώργο, γελούσαμε (η αλήθεια είναι, περισσότερο η Μαρία, εγώ μετράω τα λεπτά που περνούσαν). Εκεί, στο τρίτο φανάρι, τής λέω «θέλω απεγνωσμένα καφέ» κι εκείνη προσφέρεται να μου πάρει από το γνωστό καφέ, να μην περιμένω και στην ουρά του κυλικείου. Βολικό, σκέφτομαι, αλλά εκεί μάλλον ήταν το πρώτο λάθος – από εκεί ξεκίνησαν όλα.

Τη βλέπω να μπαίνει μέσα, μου λέει «Πάρε μου τηλέφωνο αν αργήσω ή αν φύγεις» – γελάω, λέω «σιγά, μπροστά είμαι». Όμως βαριόμουν να περιμένω στο δρόμο, κι έτσι μπαίνω μέσα μαζί της. Αυτό ήταν το δεύτερο λάθος. Μέσα είχε κόσμο, κουβεντούλα, γνώριμα πρόσωπα… αρχίζω να χαιρετάω δεξιά-αριστερά, ο καφές ξεχνιέται, η ώρα περνάει, κι όταν επιτέλους παίρνουμε τον καφέ, έχω ήδη αργήσει άλλα δέκα λεπτά. Καθώς βγαίνω, χτυπάει το τηλέφωνό μου. Είναι ο προϊστάμενος – κι εκεί έπρεπε να σταματήσω, να μην το σηκώσω μπροστά σε όλον τον κόσμο, αλλά το σήκωσα, και κάνω και το λάθος να προσποιηθώ ότι είμαι στη δουλειά: «Ναι, μόλις έφτασα, θα ανέβω πάνω…» λέω, ενώ στο background κάποιος φωνάζει «Γιώργο, το γαλακτομπούρεκο με έξτρα σιρόπι!». Ωραίος.

Γίνομαι ρεζίλι, κλείνει το τηλέφωνο, πάω τρέχοντας στο γραφείο (είμαι πέντε λεπτά αργότερα τώρα), μπαίνω λαχανιασμένος. Εκεί, όμως, με περιμένει το απόλυτο plot twist: Λείπει το powerbank και το κινητό μου είναι στο 13%. Πανικοβάλλομαι λίγο, γιατί έχω όλη τη δουλειά της ημέρας στο κινητό (έπρεπε ίσως να το έχω φορτίσει από χτες, αλλά ας μην ανοίξουμε αυτό το κεφάλαιο).

Πάω να βάλω το κινητό στη φόρτιση και εδώ γίνεται το κλασικό: Έχω πάρει το λάθος καλώδιο από το σπίτι – μικρό, φτηνιάρικο, αρχίζει να σπινθηρίζει στη θύρα. Σκέφτομαι να μη το χρησιμοποιήσω, αλλά λέω «Ε, μια χαρά θα τα βγάλει, κι ας μυρίζει λίγο άσχημα». Εκεί πραγματικά έπρεπε να σταματήσω. Αλλά όχι… εγώ αποφασίζω να χρησιμοποιήσω και το powerbank της δουλειάς (που έχουν πει να μην το πειράζουμε), “για λίγο μωρέ”.

Το κινητό ξεκινάει να φορτίζει, όλα καλά για κάνα πεντάλεπτο. Μετά αρχίζει να πετάει ένα περίεργο μπιπ-μπιπ κάθε φορά που κουμπώνει η επαφή. Κάποια στιγμή όλο το γραφείο γυρνάει και με κοιτάει: «Ρε, τι γίνεται εκεί, γιατί κάνει έτσι;» Κάθομαι να εξηγήσω γιατί χρειάζομαι το καλώδιο, αρχίζω να κοκκινίζω, ένα-ένα όλα τα βλέμματα πάνω μου. Ντρέπομαι, ενώπιον όλων, που κάνω κάτι που έχω πει ο ίδιος “ποτέ δεν πιάνουμε τα powerbank της δουλειάς αν δεν είναι έκτακτο, όλοι έχουν καλώδιο και φορτιστή στο σπίτι, δεν μας φταίνε τα πράγματα του γραφείου”.

Εν τω μεταξύ στέλνω λάθος email σε λάθος πελάτη (στο μυαλό μου να φτιάξω το κινητό, νιώθω πολύ στόκος) – αντί να στείλω “Καλημέρα σας, να σας ενημερώσουμε ότι η εκτύπωση καθυστέρησε”, στέλνω “Η εκτύπωση σας καθυστέρησε γιατί χάλασε το powerbank και μυρίζει καμένο το γραφείο”. Ιδρώνω, προσπαθώ να διορθώσω με δεύτερο email και γράφω “συγνώμη, λάθος παραλήπτης” με τα χέρια να τρέμουν – φυσικά, ακόμα και ο πελάτης απαντά “ε, καλά, συμβαίνουν αυτά”.

Και σαν να μην έφταναν όλα αυτά, το αφεντικό πλησιάζει. “Θέλω να σου μιλήσω αργότερα, να βάλουμε κάποιους κανόνες για τα πράγματα της εταιρείας.” Κουτσομπολιά ανάβουν, εγώ μέσα μου εύχομαι να άνοιγε το πάτωμα να με καταπιεί. Η Μαρία με παίρνει κιόλας, “Τι έγινε, ήπιαμε καφέ τελικά ή τρέχεις ακόμα; – Μην ανησυχείς, τον γαλακτομπούρεκο τον πήρε άλλος”.

Αποκορύφωμα; Το powerbank της δουλειάς πλέον δεν δουλεύει, το καλώδιο έχει γίνει κάρβουνο, και εγώ είμαι με χαλασμένο κινητό και σακούλες από ντροπή στα μάτια.

Και κάπως έτσι, σήμερα τα έκανα μαντάρα.

Αυτή την ιστορία μας την έστειλε ο Πέτρος.

You might also like