Η γνώση του διαδικτύου στα μάτια σου!

Ιστορίες Εκδίκησης – Όταν ξεγύμνωσα τον κλέφτη των ιδεών στο γραφείο

Κάθε φορά που ανεβαίνω στο λεωφορείο, χωρίς να το θέλω, θυμάμαι τότε, πριν δυο-τρία χρόνια, στην παλιά μου δουλειά. Εκεί γνώρισα τον Μιχάλη. Ήταν ο τυπάς που όλοι έλεγαν πως «έχει τα μέσα», ο άνθρωπος της διπλανής πόρτας – ξέρεις, αυτός που σε χτυπάει φιλικά στην πλάτη, και όταν γυρίσεις κοιτάει τα μούτρα του στο καθρέφτη. Στην αρχή τον είχα συμπαθήσει. Ήμουν ο νέος στον όροφο, φρέσκος στον κλάδο, λίγο αδέξιος με τη δουλειά, αλλά ήθελα να μάθω. Και ο Μιχάλης, με το παραμικρό, μου πρόσφερε «βοήθεια» – πάντα όμως με εκείνο το μισό βλέμμα, που δεν ήξερες αν στο κάνει δώρο ή σου ζητάει ψυχολογικό αντίτιμο.

Σιγά-σιγά άρχισα να διαπιστώνω ότι τα παιδιά από το γραφείο με κοιτούσαν περίεργα. Μια μέρα, ο Κώστας – που τα ‘χαμε πει δυο-τρεις φορές στις καπνοδόχους – έπιασε κουβέντα μαζί μου τυχαία στο διάλειμμα. Από τα συμφραζόμενα, κατάλαβα πως κυκλοφορούσε στα γραφεία μια φήμη ότι εγώ «αντιγράφω ιδέες» και «στείλετε του να σας το διορθώσει, θα το κάνει άριστα για πάρτη του». Ξέρεις, αυτό το ψιλό υπονοούμενο, το ύπουλο.

Μετά έφτασε στα αυτιά μου πως μια δική μου πρόταση για ένα project, που είχα παρουσιάσει ως ιδέα μου στον Μιχάλη, εμφανίστηκε μαγικά από το τίποτα, με το όνομά του. Βραβεύτηκε κιόλας. Εκείνη τη μέρα κατέβαζα το κεφάλι και έπινα τον δεύτερο καφέ, όταν όλοι χειροκροτούσαν και του έδιναν συγχαρητήρια. Τα χέρια μου έτρεμαν γιατί ήξερα ότι ο Μιχάλης είχε λειάνει, είχε «στρογγυλέψει» το πράγμα, για να μην καρφωθεί. Αλλά πάλι, ποιος θα πίστευε τον καινούριο και ποιος τον παλιό, το δεξί χέρι του αφεντικού;

Άργησα να μιλήσω. Τη νύχτα που γύριζα σπίτι, στριφογυρνούσα στο στενό μου δωμάτιο απ’ τα νεύρα και την αδικία, παίζοντας τη σκηνή στο μυαλό ξανά και ξανά. Δεν ήθελα φασαρίες, ούτε να με λυπηθούν. Ήθελα απλά να βγει η αλήθεια, χωρίς να γίνω εγώ το «θύμα που φωνάζει».

Έτσι κάθισα και κοίταξα τον Μιχάλη από μακριά. Πρόσεξα ότι σε κάθε σύσκεψη, θα έβαζε το χεράκι του παντού: ιδέες για όλους, έπαιρνε το credit για ομαδικές δουλειές, έβρισκε πάντα τρόπο να κουτσομπολέψει για να τραβήξει τα μάτια πάνω του. Ήξερα όμως από καιρό ότι όλες οι ιδέες κρατιούνται σε μηνύματα, draft, μικρές σημειώσεις στον φάκελο του Google Drive.

Δεν πήγα ποτέ ευθεία. Ξεκίνησα να σηκώνω τείχη προσεκτικά. Ό,τι πρόταση είχα από δω και πέρα, την έστελνα πάντα ηλεκτρονικά στον team leader ή ακόμα και σ’ εκείνη την παράξενη, απρόσωπη CEO που μόνο σε email μιλούσε. Κράταγα στο αρχείο μου όλα τα drafts, τα ημερολόγια, κάθε αλλαγή με χρονολογίες. Στους καφέδες, μιλούσα γενικά, σχολίαζα ώστε να αφήνω ίχνη από ιδέες μου στους υπόλοιπους – τίποτα συγκεκριμένο, απλά να φαίνομαι ότι δουλεύω στα ίδια πράγματα.

Έκανα αυτό το πράγμα μήνες. Έφτανε να περάσω από τρίτος-τέταρτος, εκεί που με είχαν, σε κάποιον που ξαφνικά άρχισαν να ακούνε. Στον Μιχάλη έδωσα μια τελευταία ευκαιρία – νοερά, βέβαια, γιατί δεν ήμουν και τόσο αφελής να ελπίζω σε θαύματα. Σε μια σύσκεψη πετάχτηκα και πρότεινα ανοιχτά μια νέα προσέγγιση σε ένα project. Έβλεπα που έψηνε τον καφέ του νευρικά και κοιτούσε αριστερά-δεξιά, να δει αν θα το βουβαθώγανε κατά λάθος.

Την επόμενη εβδομάδα, στη γενική σύσκεψη για την ίδια δουλειά, ο Μιχάλης εμφανίστηκε – πράγμα αναμενόμενο – με μια «καινούρια ιδέα»: το 70% ήταν δικό μου, τα υπόλοιπα μισομασημένα επιχειρήματα της στιγμής, δεμένα με χαμόγελο. Εκεί, μπροστά στη διευθύντρια, απλά βγήκα μπροστά, χωρίς ειρωνίες, ήσυχα, και της έστειλα εκείνη την ώρα mail με τα 6 προηγούμενα draft που είχα γράψει, έναν μήνα πριν. Το έκανα μπροστά του, όχι επιδεικτικά, αλλά σαν να ‘ναι διαδικαστικό. Είχα βάλει και πέντε τελείες στο τέλος, να δείχνει ότι δεν έχω να προσθέσω κάτι άλλο.

Δεν είπα λέξη παραπάνω. Η διευθύντρια άρχισε διακριτικά να διαβάζει τα επισυναπτόμενα, οι υπόλοιποι δεν κατάλαβαν αμέσως, αλλά είδαν τα μούτρα του Μιχάλη να σφίγγουν.

Από τότε, το κλίμα άλλαξε εντελώς. Ο Μιχάλης μαζεύτηκε, γυρνούσε ήσυχος και απόμακρος πια. Τους επόμενους μήνες, όσες φορές προσπάθησε να μιλήσει για δικές του ιδέες, όλο και κάποιος τον ρωτούσε – σχεδόν αυθόρμητα – «έχεις κάνει το draft;», «να το στείλεις και γραπτώς, να υπάρχουν όλα στο σύστημα». Αν κάποιος δεν ήξερε, θα ‘λεγε πως αυτά ήταν ψιλά γράμματα, αλλά για τον Μιχάλη ήταν καθημερινή υπενθύμιση ότι το παιχνίδι τελείωσε.

Δεν χρειάστηκε να ξανασχολιάσω τίποτα, ούτε να γίνουμε εχθροί φανερά. Απλά κράτησα τις αποστάσεις και τη δουλειά μου. Η απομόνωση, η αλλαγή της ψυχολογίας στον χώρο, ο σιωπηλός τρόπος που όλοι άρχισαν να τον κοιτούν με καχυποψία – αυτό ήταν, τελικά, η μικρή δική μου δικαίωση. Ο Μιχάλης έφυγε ήσυχα λίγους μήνες μετά. Δεν είπε σε κανέναν αντίο, τουλάχιστον σ’ εμάς.

Ίσως να ήταν μικρό το κακό και μικρή η εκδίκηση, αλλά πάντα πίστευα πως το χειρότερο που μπορείς να κάνεις σε έναν άνθρωπο που ζει απ’ την εικόνα του, είναι να του τη δείξεις σκονισμένη, την ώρα που νόμιζε πως όλοι τον χειροκροτούν.

Αυτή την ιστορία μας την έστειλε ο Κώστας.

You might also like