Η γνώση του διαδικτύου στα μάτια σου!

Ιστορίες Εκδίκησης – Η αθόρυβη πτώση του Βαγγέλη μέσω της αλήθειας

Δεν ξέρω αν με καταλαβαίνετε, αλλά υπάρχουν κάτι προδοσίες που σαπίζουν μέσα σου. Δεν σε “τρώνε” απλά, σε βαραίνουν σαν πέτρα, και περνάνε χρόνια μέχρι να καταλάβεις τι πραγματικά σου έκαναν. Εμένα η δικιά μου ιστορία ξεκινάει πριν καμιά επταετία, στην Αθήνα. Τότε που η ζωή μου φαινόταν ακόμη ανοιχτή, οι φίλοι αδέρφια και οι συνεργασίες ειλικρινείς (ή έτσι νόμιζα).

Ο Βαγγέλης. Αυτό το όνομα, εκείνη την εποχή, σήμαινε πολλά για μένα. Συνεργάτες στη δική μας, μικρή δημιουργική εταιρεία, φίλοι απ’ το στρατό, οικογένειες να κάνουν μαζί Πάσχα και διακοπές. Κι αν θες να βρεις πιο πικρή απογοήτευση, πάντα προέρχεται από κάποιον που του άνοιξες την ψυχή σου. Ήμασταν είκοσι έξι χρονών τότε, με όνειρα, προσπάθεια και ματωμένα δάνεια. Πιστεύαμε ο ένας στον άλλον – εγώ τουλάχιστον.

Μπορεί να καταλάβεις, από αυτά που λέω, πως δεν ήμουν ποτέ άνθρωπος της φασαρίας. Ήξερα όμως να δουλεύω σκληρά και να εμπιστεύομαι. Τα βράδια, γράφαμε μαζί προσφορές για πελάτες. Τα πρωινά, ήπιαμε άπειρους καφέδες προσπαθώντας να χωρέσουμε την πραγματικότητα στο όνειρο. Και κάπως έτσι, ήρθε εκείνη η δέσμευση: ένα μεγάλο project με μια πολυεθνική, που αν το πιάναμε, ήμασταν πια “κομπλέ”. Ή έτσι νόμιζα.

Σε ένα μήνα η δουλειά έκλεισε. Το γιορτάσαμε, γεμάτοι ελπίδα και ανυπομονησία. Όμως η συμφωνία ήταν να συμμετέχουμε και οι δύο. Το project πάει να ξεκινήσει, και ξαφνικά ο Βαγγέλης “χάνεται” από τις συναντήσεις. Δεν απαντάει μηνύματα, δεν σηκώνει τηλέφωνα. Κάποια στιγμή εμφανίζεται, μου ρίχνει μια ξερή “Δύσκολη η φάση τώρα, τρέχω κι άλλο κάτι” – και μόλις πάω να μιλήσω, σηκώνει το χέρι: “Μη το κάνουμε θέμα, ε;”

Σύντομα το έμαθα. Η δουλειά προχωρούσε, αλλά χωρίς εμένα. Ο Βαγγέλης είχε κάνει μια κρυφή συμφωνία με τον υπεύθυνο της πολυεθνικής, να τρέξει το project με τον… ξάδερφό του. Ούτε καν δικό τους γραφείο, αλλά εντελώς δικό του. Τα πήρε όλα — ιδέες, αρχεία, όλο το σχεδιασμό που είχαμε ετοιμάσει μαζί. Κι εγώ; Στημένες δικαιολογίες, “θα ρεφάρεις στο επόμενο”, χαριτωμένες ψευτιές και βρώμικο χαμόγελο όταν το κατάλαβα.

Δεν το φώναξα. Δεν έσπασα γραφεία, ούτε του γύρισα το τραπέζι. Μόνο χαμογέλασα στραβά. Πόνεσα, ναι. Και εκεί που το αφήνουν οι πιο πολλοί να ξεθωριάσει, εγώ το κράτησα μέσα μου. Όχι σαν μίσος – μ’ εμένα τα έβαλα πρώτα. Αλλά μου φούσκωνε μέσα μου ότι, κάποια στιγμή, θα καταλάβει τι έχασε.

Μετά το ξεκίνησα αλλιώς. Πήρα χρόνο, δούλεψα με άλλους, πιο ήσυχους, πιο δικούς μου ανθρώπους. Δεν έλεγα τίποτα, δεν χαλούσα το όνομα κανενός. Μάζευα όμως μικρές λεπτομέρειες. Φίλοι, γνωστοί, κοινές επαφές… άκουγα, σημείωνα, μίλαγα ελάχιστα. Και περίμενα. Το πιο σπουδαίο στην εκδίκηση δεν είναι να βάλεις φωτιά. Είναι να έχεις υπομονή να χαράξεις το λάκκο εκεί που περνάει ο άλλος.

Γύρω στα τρία χρόνια μετά, σκάει στην αγορά μια καινούργια δουλειά – ευκαιρία ζωής. Ψάχνουν άτομο για δημιουργικό διευθυντή, και όλοι οι παλιοί συνεργάτες μάλλον είχαν πληροφορηθεί για τη θέση. Εγώ σιωπηλός. Ούτε καν το είχα αναφέρει ότι ήξερα, ούτε ότι σκέφτομαι να κάνω αίτηση. Έπαιζα χαμηλά, γιατί όλοι πίστευαν ότι ο Βαγγέλης θα είχε “μεγάλη πέραση” λόγω του ονόματός του εκείνη την περίοδο.

Η θέση, όμως, απαιτούσε κάτι παραπάνω από ικανότητες. Ήθελε συστάσεις. Κι εδώ άρχισε το δικό μου κομμάτι, σιωπηλό, αργό, σταθερό. Ήμουν από τους ελάχιστους ανθρώπους που ήξεραν τα πραγματικά νούμερα εκείνων των projects, ποιος έκανε τι και πότε. Όταν με κάλεσαν για μια ανεπίσημη κουβέντα, δεν είπα τίποτα παραπάνω απ’ την αλήθεια· αλλά εκεί που παλιά ήμουν να τα προστατεύω όλα, τώρα ήμουν να θυμηθώ ακριβώς ποιος επέβλεψε κάθε τμήμα, ποιος έκανε το δημιουργικό, ποιος έβαλε την τελευταία πινελιά.

Μίλησα απλά, χωρίς δράμα, ψυχρά σχεδόν. Σαν να ξεφλουδίζεις μήλο και πετάς τη φλούδα στον κουβά. Δυο-τρεις κουβέντες, και σχηματίστηκε εικόνα για τους υπεύθυνους του γραφείου. Αυτή δεν ήταν συκοφαντία – ήταν απλά αλήθεια. Όταν τελείωσα μαζί τους, τους άφησα να ψάξουν τα υπόλοιπα μόνοι τους. Δεν γύρισα πίσω να σιγουρευτώ. Εγώ έκανα το κομμάτι μου.

Σε λίγες εβδομάδες έμαθα. Το project εκείνο δεν πήγε πουθενά, γιατί οι υπεύθυνοι κατάλαβαν ότι κάποιος ανέβαινε στην πλάτη κάποιου άλλου. Και φυσικά, η θέση του Βαγγέλη “κόπηκε” διακριτικά – να μη μαθευτεί, να μη γίνει σκάνδαλο. Ήταν σαν ήσυχη δικαιοσύνη, που δεν κάνει θόρυβο, αλλά κόβει τη λάσπη μέσα στο μυαλό του άλλου. Εγώ πήρα τη δουλειά τελικά, με μικρή διαφορετική ομάδα, και εκείνος… Καλά να είναι ο άνθρωπος, αλλά εκείνη η σιγουριά του και η ψευτιά του, από εκείνη την ημέρα χάθηκαν από την πιάτσα.

Τον συνάντησα μόνο μια φορά κάπου τυχαία. Δεν είπαμε σχεδόν τίποτα. Εκείνος έριξε το βλέμμα κάτω, εγώ ένα ξερό “Καλή συνέχεια, ρε φίλε.” Δεν κρατάω μούτρα – απλά δεν ξέχασα. Ξαναβρήκα τον εαυτό μου, όχι εκδικώντας, αλλά αφήνοντας τα πράγματα να βγάλουν μόνα τους ό,τι ήταν να φανεί.

Δεν ξέρω αν δικαιώθηκα ή αν απλά η ζωή τσουλάει, αλλά ένα πράγμα έμαθα: αργά ή γρήγορα, όποιος πατάει πάνω σε άλλους για να φτάσει ψηλά, θα πέσει – και χωρίς να ακουστεί ούτε ένα χτύπημα.

Αυτή την ιστορία μας την έστειλε ο Μιχάλης.

You might also like