Η γνώση του διαδικτύου στα μάτια σου!

Ερωτικές Ιστορίες – Το βράδυ που ξαναβρήκα την Άννα

Λοιπόν… πάρε ένα καφεδάκι, γιατί αυτό που έχω να σου πω δεν το έχω πει ποτέ άλλου μέχρι τώρα έτσι, χαρτί και καλαμάρι. Θα καταλάβεις.

Ήτανε καλοκαίρι, προς το τέλος του, τέλη Αυγούστου. Εγώ, πάλι σε εκείνη τη φάση που την έχεις σιχαθεί λίγο τη μοναξιά σου, αλλά δεν έχεις και κουράγιο να το κυνηγήσεις ιδιαίτερα. Πιο πολύ άφηνα να με κουμαντάρει η ζωή. Είχα ανέβει στο χωριό. Με τους δικούς μου, με τους παλιούς, αλλά μέσα μου ένιωθα άδειος, να σου πω την αλήθεια.

Ένα βράδυ, λοιπόν, κάθομαι στο παγκάκι της πλατείας — εκεί που ο αέρας μυρίζει βασιλικό και γιασεμί, από τους κήπους των γειτόνων. Πίνω μια μπύρα μόνος και κοιτάζω γύρω-γύρω τη νύχτα που έπεφτε. Τότε, ακούω γέλια πίσω μου. Γυρνάω και τη βλέπω. Η Άννα. Η Άννα που ήμασταν μαζί στο Λύκειο, μετά χαθήκαμε, είχε φύγει στην Αθήνα. Πάντα της είχα μια αδυναμία — ή μάλλον κάτι πιο βαθύ από αδυναμία, αλλά ποτέ δεν έτυχε να γίνει “κάτι”.

Ήρθε και κάθισε δίπλα μου. «Τι κάνεις εδώ μόνος σου;» μου λέει, με εκείνο το χαμόγελο το παιχνιδιάρικο που πάντα με έβγαζε από τα ρούχα μου. Της λέω, «σκέφτομαι, τι άλλο να κάνω». Βάζει γέλια πάλι, κοπανάει ελαφρά το πόδι της στο δικό μου.

Η ώρα πέρασε, μιλούσαμε για τα πάντα — για δουλειές, για οικογένειες, για κάτι παλιές πλάκες. Ένιωθα σαν να μην είχε περάσει μια μέρα, μα, συγχρόνως, ένιωθα κάθε μέρα από την τελευταία φορά που την είδα. Δεν ξέρω αν με καταλαβαίνεις… Έλεγε, έλεγε, και εγώ, εκεί ανάμεσα στα λόγια, έβλεπα στα μάτια της κάτι αλλιώτικο. Σαν να περίμενε κι αυτή μια αφορμή να μείνει λίγο παραπάνω μαζί μου.

Γύρω στις 2 το βράδυ, είχαμε μείνει σχεδόν μόνοι στην πλατεία. Η Άννα στάθηκε, έγειρε πίσω το κεφάλι, κοίταξε τον ουρανό· τα μαλλιά της πέσανε στη ράχη, και στον μισοσκόταδο όλος ο κόσμος μου μίκρυνε στο γύρω της. «Πάμε μια βόλτα;» με ρώτησε, κι εγώ δεν ήξερα αν η καρδιά μου θα το αντέξει.

Πήραμε το δρομάκι προς το παλιό γεφύρι. Οι σκιές μας μπλέκονταν μία μες στην άλλη, κι εγώ ένιωθα το χέρι της να ακουμπάει στιγμές στιγμές στο δικό μου, λες κι έτρεμε μη χαθεί το παραμικρό αγγιγματάκι. Ήταν ησυχία, μόνο κάτι τριζόνια, κι ο αέρας να φέρνει αρώματα από τα νυχτολούλουδα.

Κάτσαμε στο πεζούλι. Κανείς γύρω. Εκείνη, ήσυχη. Μια δυο φορές ήρθε τόσο κοντά, που μπορούσα να διακρίνω την αναπνοή της. Με κοίταξε. Με κοίταξε καλά-καλά, σαν να με ζύγιζε μέσα στα σκοτάδια. Το βλέμμα της θύμιζε εποχές αθώες, μα και κάτι πιο τολμηρό. «Πάντα μου άρεσες, το ήξερες;» μου λέει ξαφνικά.

Ρε φίλε, εκεί φρέναρε ο χρόνος. Δεν είχα λόγια. Μόνο τα μάτια της γεμάτα φωτιά, το πρόσωπό της τόσο κοντά που με ζάλιζε.

Καθίσαμε, πάλι σιωπή. Αυτό το λεπτό ανάμεσα στην ομολογία και στην πράξη, πιο πυκνό κι από καταρρακτώδη βροχή. Απλώθηκε αβίαστα το χέρι της στο δικό μου. Άγγιξα τα δάχτυλά της. Κρυώνουν; Όχι, να ζεματάνε.

Σιγά-σιγά, τόσο φυσικά που δεν καταλαβαίνω πότε έγινε, βρεθήκαμε αγκαλιά. Δεν χρειάστηκαν λόγια. Τα ένιωθες όλα, σε κάθε παύση, σε κάθε ανάσα. Το φιλί ήρθε μόνο του, δειλό στην αρχή, επιφυλακτικό, μετά όλο και πιο περήφανο. Έτρεμα, δεν το κρύβω.

Τη χάιδεψα στα μαλλιά, κι εκείνη γλύστρησε τα δάχτυλα στο σβέρκο μου. Ήμουν σίγουρος ότι θα ακουγόταν η καρδιά μου σ’ όλο το χωριό. Αυτό το κάτι που χρόνια μαζεύαμε και οι δύο, έβγαινε τώρα με τρόπο γλυκό, σ’ αγκαλιές, σε σιωπηλές υποσχέσεις, σε βλέμματα που άναβαν και σώπαιναν.

Και κανείς δεν μιλούσε. Μόνο δυο κορμιά στο πεζούλι, να παλεύουν να χωρέσουν όσα δεν είχαν ειπωθεί, όσα είχαν μονάχα ονειρευτεί απ’ τα χρόνια του σχολείου. Κι έτσι όπως ήμασταν σφιχτά ο ένας μες στην αγκαλιά του άλλου, μου ψιθυρίζει: «Δε θέλω να τελειώσει αυτό το βράδυ…» Ε και, την ίδια στιγμή, το είπα κι εγώ: «Ούτε εγώ…» — αλλά ο χρόνος προχωράει, όσο κι αν τον παρακαλάς.

Γυρίσαμε σιγά-σιγά πίσω, κάτι αγκαλιές στα κρυφά. Μπροστά στο σπίτι της κοντοσταθήκαμε, μ’ έπιασε απ’ τα ρούχα, χαμογέλασε πλατιά. «Τα λέμε αύριο;» μου ψιθύρισε τέτοια ώρα που όλα τα άλλα ήταν δεδομένα πια. Την κράτησα λίγο ακόμα, να θυμάμαι τη μυρωδιά της, να μου μείνει η ζεστασιά της για σύμμαχος τις στιγμές που θα ξαναμείνω μόνος.

Κι έτσι φύγαμε. Με το στόμα να καίει, τις φωνές μέσα μου να έχουν κοπάσει. Ξύπνησα το πρωί με μια άλλη ελαφράδα, εκείνη τη γνώριμη, που λες στον εαυτό σου «ε, ρε, ακόμα περνάει η μπογιά σου». Συναντηθήκαμε και την επόμενη και τη μεθεπόμενη, ώσπου τέλειωσε το καλοκαίρι. Τα λέω ακόμα με την Άννα, δεν πήγαμε σε τρελές σχέσεις, δεν κάνω παραμύθια — αλλά εκείνη η νύχτα έμεινε ρίζα μέσα μου, αυτή που βγήκαν όλοι οι δισταγμοί και έλιωσαν μπροστά σ’ ένα βλέμμα.

Αυτά έζησα. Και τα λέω τώρα, όπως ακριβώς τα ένιωσα.

Αυτή την ιστορία μας την έστειλε ο Νίκος.

You might also like