Η γνώση του διαδικτύου στα μάτια σου!

Ερωτικές Ιστορίες – Η νύχτα που άναψε με ένα «Έχεις φωτιά;»

Δεν ξέρω από πού να το πιάσω, για να πω την αλήθεια. Κοντεύει χρόνος από τότε, κι όμως, ακόμα και τώρα, όποτε τη θυμάμαι, νιώθω εκείνο το σφίξιμο στο στομάχι, λες κι είμαι πάλι εκεί, στο ίδιο τραπέζι, να σκάνε τα γέλια της στα μούτρα μου, να έχουν χέρια τα λόγια της και να με τραβάνε προς το μέρος της.

Όλα ξεκίνησαν – πώς αλλιώς; – σ’ ένα καφενείο, χειμώνα, γύρω στις οχτώ. Είχε κρυώσει έξω ο κόσμος απ’ το νωρίς, και καθόμουν εγώ μόνος, με το τσιγάρο μου και το μισοτελειωμένο φραπέ. Κάπου ανάμεσα στα ψιλά γέλια της παρέας που μπήκε, ξεχώρισα τη φωνή της. Ήταν ζεστή, όπως είναι το κονιάκ όταν το πίνεις σιγά-σιγά. Έριξα μια ματιά, χωρίς πολλή διάθεση. Αυτό που είδα, όμως, μ’ ανακάτεψε κατευθείαν. Ασήμι το χαμόγελό της, κι ένα βλέμμα πονηρό – λες και ήξερε τα πάντα για μένα, πριν καν με γνωρίσει.

Δε μιλήσαμε τότε. Μόνο που, κάθε τόσο, στράβωνε το σώμα της προς τα μένα, λες και το τραβούσε ο μαγνήτης. Εκείνη τη νύχτα, θυμάμαι, έκανα κάτι που είχα χρόνια να το δοκιμάσω: περίμενα με υπομονή, δεν έκανα το πρώτο βήμα. Περίμενα, για να δω άμα είναι εκείνη που θα το κάνει.

Τελικά, λίγο πριν φύγουν, τραβιέται απ’ την παρέα και στέκεται δίπλα μου, κρατώντας το παλτό ανοιχτό, με μια τσαχπινιά στο χέρι που μάσαγε τσιγάρο. Με κοιτάει λοξά:

«Έχεις φωτιά;»

Την ώρα που άναβα το τσιγάρο της, τα δάχτυλά της βρήκαν τα δικά μου. Δεν ήτανε αυτές οι γνωστές «άτσαλες» επαφές – όχι, ήταν τελείως επίτηδες, και το ήξερα. Δεν είπα λέξη, μόνο την κοίταξα – και κάπου εκεί ανταμώθηκαν καλά-καλά τα βλέμματά μας.

Δεν αντάλλαξα ούτε κινητό, ούτε όνομα τότε. Τη νύχτα, όμως, δεν έκλεισα μάτι. Είχα μπροστά μου αυτό το λεπτό χαμόγελο, τα σκούρα μάτια, και κυρίως, το θάρρος της – ένιωθα πως είχα στα χέρια μου μια φωτιά που άξιζε να καώ.

Την ξαναείδα μια εβδομάδα μετά. Ήταν πάλι στο ίδιο μαγαζί, με άλλους αυτή τη φορά. Όταν συνάντησαν τα μάτια μας, έγειρε το κεφάλι κι έκανε πως ξαφνιάστηκε. Μα πήρε αμέσως το ποτό της και ήρθε να καθίσει δίπλα μου.

«Σ’ έψαχνα», μου λέει.

Άφησα το ποτήρι να κλωτσήσει ελαφριά πάνω στο τραπέζι πριν απαντήσω. Αυτές ήταν οι πιο αληθινές λέξεις που άκουσα ποτέ – δεν είχε δισταγμούς, δεν έκανε παιχνίδι. Έκατσε κοντά μου κι άρχισε να χαζεύει τον καπνό μου που γύριζε στον αέρα.

Για λίγη ώρα δεν μίλησε κανείς μας. Κοιταζόμασταν απλώς. Κάποια στιγμή, της έπιασα το χέρι – μου γύρισε την παλάμη ανάποδα και έκανε πως διαβάζει τις γραμμές.

«Γραμμένο το είχες πως θα με βρεις απόψε;»

Γύρισε και κούνησε το κεφάλι της. Είχε χαμήλωσει το βλέμμα – όχι από ντροπή, μα σαν να προσπαθούσε να κρατηθεί. Υπήρχε μια αμηχανία, χαριτωμένη όμως. Σαν παιδί που κάνει σκανδαλιά μπροστά στη μάνα του και χαμογελάει.

Μείναμε εκεί, σκυμμένοι στο τραπέζι, μέχρι που άδειασε το μαγαζί. Δεν θυμάμαι ούτε τι είπαμε, πραγματικά. Όλη τη νύχτα, μόνο τα μάτια μας τα θυμάμαι – και δυο-τρεις στιγμές που τα δάχτυλά μας βρίσκονταν κάτω απ’ το τραπέζι. Εκείνο το άγγιγμα ήταν όλο το παιχνίδι. Έτρεμε το χέρι μου, λες κι ήμουν εικοσάρης.

Η έξοδος έξω στο δρόμο μάς βρήκε μισομεθυσμένους, όχι από ποτό, αλλά από αυτή την προσμονή. «Να πάμε μια βόλτα;» ρώτησε. Κούνησα το κεφάλι μου σαν να μην ήξερα να μιλάω.

Περπατήσαμε στο δρομάκι πίσω απ’ τα παλιά σπίτια. Δεν είχε φώτα, είχε υγρασία στον αέρα, και μυρωδιά από ξύλο που καιγόταν κάπου μακριά. Εκείνη ησυχία πριν το μεγάλο μπαμ. Δράμα μεγάλο, να νιώθεις να έχεις μπροστά σου τα πάντα κι όμως να μην ξέρεις πώς να κάνεις το επόμενο βήμα.

Κουβέντα δεν βγήκε παρά μονάχα όταν φτάσαμε στην πλατεία. Κάθισε πάνω σ’ ένα παγκάκι – πλησιάζω, κάθομαι κι εγώ κοντά της. Άναψε τσιγάρο. Της το πήρα απαλά από το χέρι, τράβηξα μια ρουφηξιά και της το έδωσα πίσω.

Εκείνη την ώρα, ήρθε πιο κοντά μου – τόσο κοντά που ένιωσα να καίει το μάγουλό της πάνω στο δικό μου. Κέντησε τα δάχτυλά της στα δικά μου, και με το άλλο χέρι χάιδεψε το στρίφωμα του μανικιού μου. Πολύ απαλό, σχεδόν τίποτα, και όμως, εγώ είχα κομπή – ούτε ανάσα δεν έπαιρνα.

«Δεν σ’ έχω ξαναδεί έτσι», μου ψιθύρισε. Κάπου εκεί με αγκάλιασε, διακριτικά, και ακουμπήσαμε τα μέτωπά μας μαζί. Κανένα φιλί, κανένα τίποτα άλλο, απλά το κεφάλι της δίπλα στο δικό μου, η ανάσα της μέσα στα μαλλιά μου, τα δάχτυλα που σφίγγανε πιο δυνατά.

Δεν κάνω τον σκληρό – εκεί έλιωσα. Να σου πω την αλήθεια, ένιωσα να αλλάζω. Καμιά γυναίκα δεν με είχε κοιτάξει ποτέ έτσι – είχα την αίσθηση πως έβλεπε πράγματα μέσα μου που κανείς άλλος δεν είχε προσέξει. Και το λέω ότι ήταν έρωτας το πρώτο βράδυ, μόνο που ήταν απ’ αυτά τα αθόρυβα, τα δυνατά, που δεν γίνεται να τα ανεχτείς και να το παίζεις άνετος.

Σιγά-σιγά, δίπλα-δίπλα, πήγαμε στο μικρό διαμέρισμά μου. Δεν μπορώ να πω πολλά γι’ αυτό – δεν ήταν τα σώματα που ’σμιξαν εκείνο το βράδυ, ήταν τα βλέμματα, ήταν οι ψίθυροι. Ξημέρωσε με το χέρι της πάνω στο στήθος μου και τη φωνή της να ψάχνει να βρει λέξεις, έτσι όπως το κάνουν μόνο όσοι ντρέπονται ακόμα και για την ευτυχία τους.

Δεν κράτησε πολύ αυτή η ιστορία. Είμαστε από εκείνους που συναντιούνται σ’ ένα σταυροδρόμι κι ύστερα παίρνει ο καθένας τον δικό του δρόμο. Αλλά ό,τι ζήσαμε σ’ εκείνο το παγκάκι, ό,τι ειπώθηκε μ’ εκείνα τα δάχτυλα – αυτά τα κουβαλώ ακόμη. Αυτές οι στιγμές, οι σιωπές που δεν ήξερες πού τελειώνουν και πού αρχίζουν πάλι.

Εγώ αυτά έζησα – κι όπως τα ένιωσα τότε, έτσι τα λέω τώρα.

You might also like