Η γνώση του διαδικτύου στα μάτια σου!

Ερωτικές Ιστορίες – Η ανοιξιάτικη νύχτα στο Κουκάκι της Λένας και του Κωστή

Λοιπόν, να σου πω για τη Λένα και τον Κωστή. Δύο παιδιά που τους ήξερα μόνο απ’ τα καλημέρες και τα χαμόγελα στη γειτονιά. Εκείνος ψηλός, κάπως αδέξιος, μόνιμα με σακίδιο, σαν να ’ναι πάντα έτοιμος να τη σκαπουλάρει για κάπου καλύτερα. Εκείνη μ’ εκείνα τα κόκκινα σκουλαρίκια που κουνιούνται σ’ ένα ρυθμό δικό της, και τα πράσινα της μάτια όλο ερωτήματα, σαν να ρωτάει πάντα: “θα ρισκάρεις ή όχι;”

Εκείνο το βράδυ ήταν που τους είδα πρώτη φορά να στέκονται δίπλα–δίπλα, λίγο νευρικοί, σε κείνο το παλιό καφενείο κάτω απ’ την Ακρόπολη. Έξω είχε κάμποσα τραπέζια στη σειρά, γέλια, καπνοί, ρετσίνες, οι τουρίστες περαστικοί κι ο ήχος απ’ τη φυσαρμόνικα ενός μόνιμου θαμώνα. Αλλά αυτοί οι δυο… λες και είχε σταματήσει ο χρόνος στο τραπέζι τους.

Στην αρχή μιλάγανε χαμηλόφωνα. Λίγα πράγματα, για το πώς ήταν η μέρα τους, τι καινούριο στη γειτονιά, πώς νιώθεις άμα ξαναγεμίζουν οι δρόμοι κόσμο μετά το χειμώνα. Ο Κωστής κοίταζε συχνά το στόμα της Λένας όταν εκείνη μιλούσε. Όχι με πείνα, αλλά με εκείνο το βλέμμα που λες, “ν’ αγγίξω, δε ν’ αγγίξω;”. Κι αυτή κάθε τόσο του ’ριχνε κλεφτές ματιές όταν χαμογελούσε, λες κι έψαχνε να βρει θάρρος ν’ απλώσει το χέρι της.

Ήπιαν κανά δυο ποτήρια κρασί, χαλάρωσαν λίγο, τα χέρια τους ήρθαν κοντά πάνω στο τραπέζι. Μια στιγμή έσπρωξε η Λένα το τασάκι προς το μέρος του και καλά “από συνήθεια”, αλλά τα δάχτυλά τους ακουμπήσαν. Δεν τράβηξε κανείς το χέρι του. Άφησαν τα δάχτυλα να ξεκουραστούν μαζί, σαν να ήταν πάντα έτσι, λες κι είχαν χρόνια να το κάνουν.

Η νύχτα κύλησε σαν νερό. Μίλησαν για τα πάντα, και πιο πολύ για τα τίποτα. Για ταξίδια χωρίς προορισμό, για αγάπες που χάθηκαν στα λεωφορεία της πόλης, για τα καλοκαίρια που μοιάζουν όλα ίδια, μέχρι να βρεις κάποιον που τα κάνει να διαφέρουν. Και κάποια στιγμή, σταμάτησαν ακόμη και να μιλάνε. Κοίταζαν ο ένας τον άλλο μέσα στα μάτια. Οι σιωπές τους γεμάτες νόημα, κι όλο κάτι πήγαινε να ειπωθεί, μα κοβόταν στη μέση.

Τον τόλμησε πρώτη η Λένα. “Λες να είμαστε από κείνους τους ανθρώπους, που απλώς τα λένε, ή από τους άλλους που τα ζούνε;” είπε ήσυχα, κρατώντας ακόμη το χέρι του. Ο Κωστής πήγε να απαντήσει, μα απλά σηκώθηκε, ήρθε από δίπλα της κι έγειρε προς το μέρος της. Δεν τη φίλησε στην αρχή. Της μίλησε ψιθυριστά στο αυτί: “Δε θέλω να το χάσω αυτό απόψε.” Κι εκείνη ακούμπησε το σαγόνι της στο δικό του ώμο, σαν παιδί ή σαν κάποια που είχε καιρό να βρει ασφάλεια. Έμειναν έτσι για μια στιγμή. Ο αέρας κράτησε ανάσα, ούτε τα φώτα των αυτοκινήτων δε φαινόντουσαν πια, μόνο αυτοί οι δύο στην άκρη του τραπεζιού.

Μετά βγήκαν στον δρόμο, κι όσο κι αν λένε, σε αυτή την πόλη, ακούς τα πάντα, εκεί ήταν μόνο η ανάσα τους. Προχωρούσαν πλάι–πλάι, ακουμπώντας ο ένας τον ώμο του άλλου κάθε τόσο, κάνοντας μικρές στάσεις στις σκιές των δρόμων.

Σταμάτησαν σ’ ένα στενάκι, εκεί όπου το φως της λάμπας έφτανε ίσα να βλέπεις το περίγραμμα του προσώπου της Λένας. Εκεί την φίλησε ο Κωστής, σιγανά, λίγο αδέξια στην αρχή, λες και δοκίμαζε νερά. Εκείνη κρατήθηκε από το μπράτσο του, δεν κράτησε παραπάνω από δυο-τρία δευτερόλεπτα, αλλά ήταν αρκετά για να καταλάβεις ότι κάτι καινούριο έχει ήδη γεννηθεί.

Δεν ξέρω αν πήγαν μετά σπίτι μαζί, ούτε έχει νόημα. Εκείνη τη νύχτα τους είδε όλο το Κουκάκι να περπατάνε σαν καινούριοι, να γελάνε χωρίς λόγο, να μιλάνε πιο γρήγορα από τη σκιά τους. Σαν να είχαν αφήσει πίσω τους χίλιες χειμώνες σε ένα βήμα.

Κι αυτό είναι… Η αρχή του καλοκαιριού ήταν, με τη Λένα και τον Κωστή να κρατιούνται χέρι–χέρι, έτοιμοι να γκρεμίσουν τον παλιό τους εαυτό, και να χτίσουν κάτι ωραίο απ’ την αρχή – ούτε βιασύνη, ούτε μεγάλα λόγια, μόνο δύο καρδιές που ψιθυρίζαν τις δικές τους αλήθειες, χωρίς να φοβούνται πια.

Αυτή την ιστορία μας την έστειλε η Μαρία.

You might also like