Λοιπόν, σήμερα θα σας πω για ένα γεγονός που όλο λέω θα το ξεχάσω αλλά τελικά μάλλον ποτέ δεν θα το καταφέρω. Γιατί, είμαι σίγουρος ότι από εδώ και πέρα θα θυμάμαι να σκέφτομαι δύο φορές, πριν κάνω τον έξυπνο στα social. Για τα μάτια μιας κοπέλας άρχισε όλο αυτό, αλλά ανυποψίαστος εγώ, δεν κατάλαβα πού μπλέκω…
Να πω ένα μικρό disclaimer: δεν είμαι κανένας δαιμόνιος χρήστης social media. Είμαι 32, έχω μια σταθερή δουλειά, μ’ αρέσει ο καφές μου σκέτος και βγαίνω με παρέα δυο-τρεις φορές τη βδομάδα. Τελευταία, όμως, μου την είχε “ψιλο-βιδώσει” με μία κοπέλα στη δουλειά, τη Μαρίνα. Κλασικό crush — ντροπαλός εγώ, εξωστρεφής εκείνη, φιλική, πάντα να γελάει με τα αστεία μου (ή έτσι νόμιζα). Κάποια στιγμή αρχίσαμε να μιλάμε και λίγο στα μηνύματα, με αφορμή κάτι ομαδικά chat. Μέχρι εδώ όλα καλά.
Μετά από κανένα μήνα, λοιπόν, πέτυχα ένα story της. Αυτό, τώρα, ήταν μια βιαστική φωτογραφία με καφέ, καρδούλες και κάτι αστειάκια τύπου «Δευτέρα, κι όποιος αντέξει». Σκέφτηκα κι εγώ να κάνω ένα χαζό comment, κάτι που θα έδειχνε ότι “πιάνω” το χιούμορ της. Ε, κι έστειλα ένα GIF με μια κουρασμένη γάτα που πίνει καφέ και έγραψα από κάτω “Έτσι είμαστε όλοι”. Εδώ ακόμα όλα οκ.
Η Μαρίνα απάντησε με emoji γέλιου κι ένα “χαχα ναι, τι να κάνουμε”. Και μετά… ΤΟ λάθος. Είμαι σίγουρος ότι εδώ ήταν το σημείο που έπρεπε να σταματήσω. Όμως, ήθελα να συνεχιστεί η κουβέντα. Έτσι, της έστειλα inbox ένα ακόμα story (πού να ήξερα…) που την έδειχνε στην ταράτσα, να προσπαθεί προφανώς να βγάλει selfie και φυσούσε πολύ αέρας. Έγραψα κάτι του στυλ “Στάνταρ σε πήρε ο αέρας και έψαχνες τα γυαλιά σου μετά”.
Καταλάβατε βέβαια τι έγινε: δεν απάντησε αμέσως. Και εκεί εγώ έσπασα. Ξεκίνησα να σκέφτομαι τα χειρότερα: “Ωχ, ήμουν πολύ πεταχτούλης; Ίσως νομίζει ότι την παρακολουθώ; Έκανα stalk;”. Εδώ, πάλι, μπορούσα να το κλείσω, να περιμένω, να μη στείλω τίποτα άλλο.
ΟΧΙ ΟΜΩΣ, ο εγκέφαλός μου διάλεξε το δύσκολο μονοπάτι. Με έπιασε κάτι σαν μικρός πανικός: μήπως παρεξηγήθηκε; Κι εκεί, κάνω αυτό που με κυνηγάει ακόμα — της στέλνω ΚΙ ΑΛΛΟ μήνυμα ξαφνικά, γράφοντας “Χαχα κοίτα μη νομίσεις ότι είμαι creep ή κανένας stalker, απλά έτυχε να δω το story σου, δεν το είδα επίτηδες!”. ΜΕΓΑΛΟ ΛΑΘΟΣ. Εδώ πραγματικά έπρεπε να σταματήσω!
Η Μαρίνα, λογικά, έκανε ότι κάθε λογικός άνθρωπος. Δεν απάντησε καν. Ησυχία. Νεκροταφείο στα μηνύματα για ένα 24ωρο, που για μένα φάνηκε αιώνας. Ταυτόχρονα, ο εγκέφαλός μου έκανε playback τους διαλόγους σα να βλέπω ταινία τρόμου: “Αχρηστε, δεν μπορείς να κρατηθείς; Γιατί δεν σταματάς;”. Είχα γεμίσει τύψεις και άγχος. Πώς το γύρναγα τώρα; Ε, δεν γύριζε!
Μπαίνω στη δουλειά την επόμενη μέρα, πηγαίνω κουζίνα, κι εκεί ήταν η Μαρίνα με άλλη μια συνάδελφο. Μόλις με βλέπει χαμογελάει αμήχανα, και — εδώ να ήμουν τυφλός — καταλαβαίνω από το βλέμμα της ότι το μήνυμα (“μη νομίζεις ότι είμαι creep!”) το συζητούσε με τη φίλη της. Κοκκίνησα σαν πατζάρι, φαντάζομαι ότι ήθελα να ανοίξει η γη να με καταπιεί. Εκεί μετράω τα βήματά μου ως το ντουλάπι, κάνω πως χαζεύω κάτι στη γωνία και φυσικά, αποφασίζω να πιω ό,τι πιο γρήγορα γίνεται τη γουλιά καφέ και να σηκωθώ να φύγω.
Όλη μέρα απέφευγα να την κοιτάξω στα μάτια. Στα meeting νόμιζα ότι αν σταυρώνει τα βλέμματα μαζί μου, θα μου πει “συγγνώμη, θες κάτι;”, ενώ όλη την ώρα σκεφτόμουν την ξεφτίλα. Από το βράδυ είχα ήδη κλειδώσει το προφίλ μου, έκανα log out από το instagram και ορκίστηκα να μην ξαναστείλω ΠΟΤΕ “αστείο” δευτερο-τρίτο μήνυμα στη σειρά αν δεν υπάρχει ξεκάθαρη ανταπόκριση. Το highlight — το βλέμμα της την άλλη μέρα, τόσο “φυσικό” που έσπασε κάθε μου αυτοπεποίθηση σε κομμάτια. Ουσιαστικά, ήμουν το τυπικό “τύπος που νομίζει ότι κάτι κατάλαβε”, ενώ οι γύρω του καταλαβαίνουν ότι το παράκανε.
Το μάθημα είναι σαφές: όταν στέλνεις δεύτερο, τρίτο μήνυμα χωρίς απάντηση επειδή αγχώνεσαι αν έγινες ενοχλητικός, το κάνεις δέκα φορές χειρότερο. Τα απλά πράγματα, παιδιά, τα αφήνουμε ήρεμα. Η αμηχανία μου καλά κρατεί μέχρι σήμερα. Η Μαρίνα δεν μιλάει πια όσο μιλούσαμε παλιά και, ναι, αισθάνομαι ηλίθιος κάθε φορά που φέρνω στο μυαλό μου τη σκηνή στην κουζίνα.
Και κάπως έτσι, σήμερα τα έκανα μαντάρα.
Αυτή την ιστορία μας την έστειλε ο Στέφανος.