TIFU: Πήγα για ψώνια με… την πιτζάμα μου
Όλα ξεκίνησαν εντελώς αθώα το πρωί του Σαββάτου, με εκείνη την αίσθηση ότι θα είναι μια βαρετή, απλή μέρα που τίποτα δεν μπορεί να πάει στραβά. Ή τουλάχιστον έτσι νόμιζα. Ήμουν στο σπίτι χαλαρός, μ’ έναν καφέ στο χέρι και το laptop στα γόνατα – φόραγα αυτό το αξιαγάπητο και χαλαρό σετ πιτζάμες (ξέρετε, από εκείνες που πλένεσαι, μαλακώνουν και το παντελόνι μοιάζει σχεδόν με φόρμα). Τα είχα πάρει καιρό τώρα και είχαν γίνει η ‘στολή του τεμπέλη’.
Η κοπέλα μου είχε πάει ήδη δουλειά κι εγώ σκεφτόμουν πώς να σκοτώσω τη μέρα. Κάτι τράπεζες, κάτι ψώνια, αλλά λέω «ας το αφήσω λίγο ακόμα, ποιος τρέχει πρωί πρωί». Κανένα πρόβλημα. Χαλαρά. Μέχρι που ακούω το μήνυμα – «Ξέχασες να πάρεις ψωμί και γάλα!». Εντάξει, μικρή χάρη, δεν με πειράζει. Τα βάζω στο μυαλό να πεταχτώ σε λίγο στο μανάβικο.
Εδώ ήταν που θα έπρεπε να σταματήσω για ένα δευτερόλεπτο και να βάλω μια ρημάδα βερμούδα, κάτι πιο σοβαρό τέλος πάντων. Αλλά όχι. Το μυαλό μου, θολωμένο απ’ την ωραία ψευδαίσθηση του «ποιος θα με δει μωρέ για πέντε λεπτά», δικαιολόγησε το επόμενο λάθος – “πάω απέναντι στο ψιλικατζίδικο, ούτε που θα το καταλάβει κανείς, με το τζάκετ από πάνω και τις σαγιονάρες”.
Εκείνη τη στιγμή, η αληθινή σύμπτωση ξεκίνησε το… ντόμινο: καθώς έβγαινα από τη πολυκατοικία, πέτυχα τον γείτονα, τον Χρήστο, τύπο κλασικό, πάντα κουστουμάτος και ευγενικός, που με κοίταξε από την κορφή ως τα νύχια, σήκωσε τα φρύδια αλλά δεν είπε τίποτα. Εγώ για να το παίξω cool, τον χαιρέτησα «Καλημέρα, τρέχουμε για προμήθειες!» Αμήχανο χαμόγελο. Από μέσα μου: «Εδώ έπρεπε να σταματήσεις. Τώρα που το είδε ο Χρήστος, θα το μάθει όλη η πολυκατοικία». Αλλά ήμουν αποφασισμένος, υποτίθεται.
Έφτασα στο ψιλικατζίδικο και τι να δω; Ο Τάκης, ο ψιλικατζής, είχε ανοιγμένο το ψυγείο και άδειαζε τα παλιά γάλατα. Ένα χάος εκεί μέσα. «Γεια σου αδερφέ, έχεις φρέσκο γάλα;», του λέω, προσπαθώντας να φαίνομαι φυσιολογικός με τις ριγέ πιτζάμες μου και κάτι μικρές πατούσες καρτούν στον αστράγαλο.
Ο Τάκης, ο οποίος έχει το χάρισμα να φωνάζει πάντα ό,τι του κατέβει, γυρνάει και λέει πετώντας τη φράση που δεν ήθελα να ακούσουν άλλοι πελάτες: «Φίλε, ντυμένος έτσι ή θα κοιμήθηκες εδώ ή θα πήγες κατευθείαν από το κρεβάτι. Να σε κεράσω καφέ, μήπως ξυπνήσεις;»
Γέλια πίσω μου. Τρεις στο μαγαζί, μια γυναίκα με παιδάκι και ένας νεαρός που περίμενε μπύρες με παντόφλα και πιτζάμα (άρα δεν ήμουν ο μόνος, αλλά ο τύπος ήταν πολύ πιο… ‘ροκ’). Εκεί αρχίζω να νιώθω αμφιλεγόμενη περηφάνια (ρε συ, όλοι το κάνουμε;) και ντροπή (γιατί εσένα σε σχολιάζουν όμως;).
Τέλος πάντων, “προσπερνάω” με χαμόγελο, παίρνω γάλα, ανάβω τσιγάρο κι εκείνη τη στιγμή χτυπάει το κινητό. Ήταν η κοπέλα μου: “Ξέχασες να πάρεις ψωμί!”. Ωραία, λέω, να μπω δίπλα στον φούρνο. Κι αν με είδαν εδώ, στον φούρνο δεν με ξέρουν, ποιος να δώσει σημασία;
Η μοίρα το ήθελε να μην έχει στο ψιλικατζίδικο ψωμί (φυσικά), οπότε τρέχω (πραγματικά, με τρέξιμο, φορώντας πιτζάμες και σαγιονάρες) στον φούρνο της γειτονιάς – εκεί που πάει όλη η περιοχή. Μπαίνω τραβώντας το ύφος ”ναι, έτσι βγήκα, τι έγινε;”. Εκεί όμως μας βρήκε το απόλυτο ξεμπρόστιασμα: μέσα στον φούρνο κάθεται η μάνα της κοπέλας μου, η κυρία Νεκταρία.
Η γυναίκα αυτή, φτιαγμένη, χτενισμένη, ρούχο στην τρίχα, γυρνάει και με βλέπει με όλο το μεγαλείο του ντυσίματος μου. Παύση και βλέμμα του στιλ “Σοβαρά τώρα;”. Δε λέει τίποτα, αλλά με κερνάει εκείνο το γνωστό, αυστηρό μειδίαμα. Ξαφνικά το σύμπλεγμα αμηχανίας-πανικού μεγαλώνει. Ο κόσμος άρχισε να γελάει χαμηλόφωνα, ειδικά κάτι πιτσιρίκες που μπαίναν για σνακ. Το κορυφαίο; Η κυρία Νεκταρία μου πιάνει το ψωμί από το ράφι, με κοιτάει και λέει “Θα σου δώσω εγώ το καλό, αγόρι μου. Έλα… να ‘σαι σαν άνθρωπος άλλη φορά”. Μπροστά σε έξι άτομα!
Εκεί ήταν η στιγμή που πήγα να βάλω τα γέλια από τα νεύρα και τη ντροπή μαζί. Δεν ήξερα καν αν το χειρότερο ήταν ότι με είδε η πεθερά μου, ότι με σχολίασαν οι πάντες, ή ότι απλά το αδιάφορο πρωί μου είχε μετατραπεί σε κακόγουστη φάρσα. Ορκίστηκα εκείνη τη στιγμή ότι Ποτέ Ξανά δε θα βγω από το σπίτι χωρίς να κοιτάξω στον καθρέφτη.
Πήγα σπίτι, άφησα ψωμί-γάλα και σκεφτόμουν τη φάση στο ψιλικατζίδικο, μετά το τρέξιμο στον φούρνο, το βλέμμα της κυρίας Νεκταρίας και τη φάση ως συνολικό έργο τέχνης ντροπής. Όλα άρχισαν από εκείνα τα “σιγά μωρέ, ποιος θα με δει για πέντε λεπτά;”. Και όχι μόνο με είδε όλη η γειτονιά, ήμουν θέμα συζήτησης και στην οικογένεια. Μέχρι το βράδυ το ήξερε η μαμά μου.
Ναι… σήμερα τα σκάτωσα κανονικά.
Αυτή την ιστορία μας την έστειλε ο Πάνος.