Ε, λοιπόν, έγινε κι αυτό στη ζωή μου. Η ιστορία ξεκινάει κάπως αθώα, όπως όλες οι ιστορίες που στο τέλος θες να ανοίξει η γη να σε καταπιεί. Εγώ κανονικός, 34 ετών, δουλεύω σε γραφείο, βγαίνω με φίλους, τίποτα το ιδιαίτερο. Μια δροσερή Τετάρτη λοιπόν, παίρνω το λεωφορείο για το γραφείο, το οποίο ναι μεν είναι μισοάδειο αλλά συνήθως γεμίζει μέχρι να φτάσω. Κάθομαι πίσω-πίσω, με τα ακουστικά, χαζεύω κινητό, κλασικά. Κι όπως κάθομαι, αρχίζω και νιώθω αυτό το τυπικό σούβλισμα στο στομάχι. Ξέρετε, το σημάδι-καμπανάκι ότι κάτι δεν πήγε καλά είτε στο χθεσινό σουβλάκι είτε στο γάλα που περίσσεψε, αλλά λες «σιγά μωρέ, θα περάσει».
Η πρώτη βλακεία μου, λοιπόν, ήταν που το αγνόησα. Λέω «σιγά τώρα, δεν θα χαλάσω το πρωινό μου, ίσως είναι και από το άγχος». Στα πρώτα πέντε λεπτά όμως, νιώθω κάτι ανάμεσα σε σεισμό και εσωτερική επανάσταση, αλλά και πάλι, ήξερα ότι έχω 30 λεπτά διαδρομή ακόμα. Σκέφτηκα να κατέβω νωρίτερα και να μπω σε κανένα καφέ, αλλά πού να μπεις στη Μεσογείων 8:30 πρωί με τσάντα, χαμό, γραβάτα (ναι, φοράω ακόμα, μη με κρίνετε). Αποφασίζω να αντέξω και συνεχίζω να χαζεύω το ίνστα, να αποσπάσω το μυαλό μου.
Εκεί ήταν το δεύτερο λάθος. Αν σταματούσα στο πρώτο ψιλο-πονάκι, ίσως να μην πηγαινοερχόμουν το υπόλοιπο μεσημέρι στη δουλειά σαν τρισευτυχισμένος πιγκουίνος που ζεματίστηκε. Αλλά εγώ πείσμωσα να πάω γραφείο. Το σφίξιμο δυναμώνει, ο ιδρώτας με λούζει, εγώ αρχίζω να βγάζω το σακάκι στο λεωφορείο κι ας έχουν δέκα άτομα την απορία γιατί έχω γίνει κατακόκκινος. «Σταμάτα», λέει μέσα μου μια φωνή — ναοβολήσω μια στάση, να φύγω, να μπω κάπου, αλλά όχι! Εγώ ο μάγκας, να μην αργήσω.
Τα λεπτά περνούν βασανιστικά. Ξαφνικά, το στομάχι μου κάνει ένα περίεργο γουργούρισμα, τόσο δυνατό που η κυρία με το κοτσίδι κοίταξε πάνω από το βιβλίο της. «Εκεί έπρεπε να κατέβω», με βλέπω τώρα, να το λέει ο εαυτός μου σε replay. Αλλά βλακωδώς, σκέφτηκα «είναι κοντά η στάση μου, ένα δεκαπεντάλεπτο αντέχω!». Κλασικό, όταν νομίζεις πως ελέγχεις το σώμα σου επειδή είσαι ενήλικας.
Φτάνω επιτέλους στη στάση. Σηκώνομαι με τον ιδρώτα να τρέχει. Βγαίνω με το πλήθος, κάνω ότι όλα καλά, αλλά μέσα μου είμαι έτοιμος για φάση Mission Impossible. Τρέχω το τετράγωνο με μικρά βήματα και σφιγμένο πρόσωπο. Μπαίνω στο κτίριο, χαιρετάω τη ρεσεψιονίστ στα γρήγορα — αυτή ψιθυρίζει ένα νευρικό «Καλημέρα…», μάλλον κατάλαβε ότι κάτι δεν πάει καλά. Πατάω ασανσέρ, τρίτος όροφος. Το ασανσέρ ανεβαίνει σα χελώνα ενώ εγώ βρίσκομαι ένα κλικ πριν τη γελοιοποίηση ενός ολόκληρου ενήλικου πληθυσμού. Το λένε όλοι, όταν θες να βιαστείς, όλα κολλάνε.
Τέλος πάντων, φτάνω στον όροφο, μπαίνω στο γραφείο, χαιρετάω μες στον πανικό κάτι συναδέλφους που νομίζω δεν μου απάντησαν καν, εγώ ήδη με το ένα πόδι έξω για την τουαλέτα. Εκεί χτυπάει η καμπάνα: η πόρτα της τουαλέτας έχει φρακαριστεί — κάποιος μέσα, κλειδωμένος! Παράλληλα, ακούω το τυπικό ήχο του «άλλη μία κατάσταση αναμονής», δηλαδή τον καφέ να τρέχει στην κουζίνα, δύο άτομα μπροστά στην τουαλέτα και να σχολιάζουν το καινούργιο γραφείο του διευθυντή.
Ε, κάπου εκεί άρχισα να αποδέχομαι το τέλος. Πανικός. Ιδρώτας, σφίξιμο, ήξερα πως σε δευτερόλεπτα από τώρα όλα θα καταρρεύσουν. Το ένιωθα στο κόκκαλο ότι αν δεν δω τουλάχιστον ένα πάτωμα μπάνιου σύντομα, θα έχουμε σαπουνόπερα. Τότε, εκεί που το σκεφτόμουν, ένας από τους δύο μπροστά μου ρωτάει «είσαι καλά; έχεις χλωμιάσει!». Και πριν προλάβω να αρθρώσω ήχο, κυριολεκτικά η φύση πήρε τον δρόμο της. Ναι, συνέβη. Του μιλούσα καθώς γινόταν το μοιραίο. Σιγή νεκροταφείου. Τι να πεις εκεί; Προσπάθησα να κάνω το chill, «Όλα καλά, μια αναποδιά, βρε παιδιά». Ξέρω, λες και μπορείς να το παίξεις ψύχραιμος σε τέτοιες στιγμές.
Ο ένας έφυγε κατευθείαν ψελλίζοντας «θα σε αφήσω… λίγο μόνο σου». Η άλλη έβγαλε νερό από την τσάντα, το άπλωσε προς το μέρος μου, και μάλλον μετάνιωσε στη συνεχεία που ήρθε τόσο κοντά. Καταλαβαίνετε, δεν μιλάς, δεν κοιτάς κανέναν, μόνο ελπίζεις να έχεις φέρει δεύτερο παντελόνι, ή έστω να ανοίξει μια τρύπα στο έδαφος. Ευτυχώς, η τουαλέτα άδειασε. Όσα ακολούθησαν δεν χρειάζεται να περιγραφούν — θα πω μόνο πως το υπόλοιπο της μέρας έκανα δουλειά remote από το σπίτι, και ότι με αποφεύγαν, ύπουλα, όσοι ήταν μάρτυρες στα γεγονότα. Α, και η φήμη που με ακολουθεί ακόμα: «Ο Τάσος που δεν άντεξε».
Για να είμαι ειλικρινής, ως εδώ έπρεπε να το έχω δει να έρχεται. Το σώμα πάντα προειδοποιεί, αλλά εγώ στάθηκα μάγκας. Ε, λοιπόν, το πλήρωσα. Αν το σκεφτώ, θα μπορούσα να είμαι ο άνθρωπος που απλά άργησε στη δουλειά γιατί πρόσεξε την υγεία του, αλλά όχι — έγινα ο ήρωας που δεν σταμάτησε στη σωστή στάση και εν τέλει τα έκανε στην όρθια μπροστά σε δυο συναδέλφους.
Και κάπως έτσι, σήμερα τα έκανα μαντάρα.
Αυτή την ιστορία μας την έστειλε ο Τάσος.