Σήμερα τα σκάτωσα στο Zoom meeting…
Λοιπόν, ξεκινάει σαν ένα συνηθισμένο πρωινό καραντίνας. Ξυπνάω κουρασμένος, ακόμα με την κούπα καφέ στο χέρι, και με τις πιτζάμες γιατί έτσι κι αλλιώς ποιος με βλέπει; Είχα meeting στις 10. Όπως πάντα, τελευταία στιγμή μπήκα στο link, καθώς χάζευα στο κινητό και προσποιούμουν στον εαυτό μου ότι “είμαι συγκεντρωμένος”.
Το θέμα του meeting, ένα από αυτά τα τυπικά εταιρικά “να δούμε πού βρισκόμαστε”. Εγώ ήμουν απλά ο έξτρα, που το μόνο που πρέπει να κάνει είναι να λέει «ναι, ναι, συμφωνώ» κι αν δεν με ρωτήσουν κάτι, δε χρειάστηκε ποτέ να μιλήσω. Φυσικά, δεν είχα πράσινο φόντο, φαίνεται η κουζίνα μου με το χαρτί κουζίνας και το ρυζόγαλο πάνω στον πάγκο. Δεν είχα και κάμερα ανοιχτή καν — νόμιζα.
Να λοιπόν που αρχίζει το meeting, ανάβω μόνο ήχο στην οθόνη, και από συνήθεια αρχίζω να βολτάρω στο σπίτι κρατώντας το λάπτοπ, πάντα ήχος κλειστός, κάμερα κλειστή. Με λούζει το γνώριμο βάσανο, γιατί είμαι εντελώς στούνος από καφέ και προσπαθώ να αφουγκραστώ ποιον αφορά το θέμα και αν γίνεται να την “σκαπουλάρω” ήσυχα.
Εκεί κάπου χτυπάει το κουδούνι. Ο γείτονας από πάνω, ένας συνταξιούχος που ήρθε να μου αφήσει ένα φάκελο που μου έφεραν κατά λάθος. Σηκώνομαι από το λάπτοπ και πάω προς την πόρτα—και ναι, αρχίζει το κακό, αλλά ακόμα δεν το ξέρω.
Ο γείτονας μπαίνει για μισό λεπτό, εγώ φοράω ακόμα πιτζάμες με μπανανίτσες (είναι άνετες, μη γελάτε) και ακούγεται το διακριτικό “μπιιιπ”, αχ αυτό το μπιιιπ. Δεν ήμουν σίγουρος τι σήμαινε — “κανόνισε να ‘ναι ειδοποίηση για χαμηλή μπαταρία, να μη βγάλω τη μέρα”, σκέφτομαι.
Επιστρέφει ο γείτονας μου έναν φάκελο, κάνουμε ένα λεπτό small talk που μόνο μικρό δεν ήταν γιατί αυτός χωράει σεντονάτα τα νέα του. Πιάνω συζήτηση, και όπως έχω τον υπολογιστή πεταμένο πάνω στον καναπέ, δεν δίνω σημασία που έτυχε και αγκίζω κάτι κουμπιά καθώς ξαπλώνω δίπλα του για να ακούω τη ροή του meeting αν χρειαστεί.
Κάποια στιγμή μπαίνω στην κουζίνα, όπου συνεχίζω αμέριμνα να τρώω το ρυζόγαλο μου. Νιώθω πως απομακρύνομαι αρκετά για να ψιλοβρίζω χαμηλόφωνα για τη βαρεμάρα μου, τύπου “αμάν πια μ’ αυτά τα pointless meetings” και κάτι σαν “ρε δε φτάνει όλη η μιζέρια, πρέπει να προσποιούμαι κιόλας ότι δουλεύω…”.
Εκεί λέω “εντάξει, φτάνει, πρέπει να επανέλθω”. Πλησιάζω το λάπτοπ να σταματήσω το μικρόφωνο, γιατί ακούγεται υπερβολικά πολλή βαρεμάρα από μένα ακόμα κι όταν δεν μιλάω. Σηκώνω το καπάκι, να φέρω μπροστά το μιούτ. Και τότε… ξαφνικά παίρνω μήνυμα στο chat από την Άννα, μια συνάδελφο που δεν πολυμιλάμε: «Γιώργο, είσαι σε ανοιχτό μικρόφωνο και σε βλέπουμε…»
Σκέφτομαι “όχι ρε φίλε, πλάκα κάνεις τώρα!” Ιδρώνω, μπλοκάρω τελείως. Πάγωσε το αίμα μου. Τι είδαν; Τι άκουσαν; Σκύβω στο λάπτοπ, επιτέλους (νομίζοντας ότι τόση ώρα ήταν κλειστό το μικρόφωνο και η κάμερα), αλλά η πραγματικότητα; Δεν είχα “σιγήσει” ποτέ, γιατί πατώντας άθελά μου το Fn είχα ανοίξει ΕΓΩ ο ίδιος το μικρόφωνο και την κάμερα όσο ο γείτονας περιφερόταν, εγώ μουρμούραγα σαν κατσούφης κι έτρωγα το ρυζόγαλο μου με τις μπανανίτσες μου καμαρωτές στη φόρα.
Το κερασάκι; Ο project manager, πολύ διακριτικά, πετάει ένα: «Ευχαριστούμε πολύ τον Γιώργο που μας έβαλε σε colors of everyday life σήμερα.» Ντράπηκα όσο δεν πάει. Η μπάλα χαθήκε. Όλοι γέλαγαν (δίκαια, η αλήθεια είναι) και εγώ προσπαθούσα να δικαιολογηθώ: “Χαχα, έτυχε, ξέρετε… δουλειά από το σπίτι, γίνεται ένα μπέρδεμα, χμ, συγγνώμη για την ενόχληση…”
Εκεί σκέφτηκα: “Εκεί έπρεπε να σταματήσω, όταν ξέχασα να τσεκάρω την κάμερα και το μικρόφωνο”. Όχι όταν μπήκα στο Zoom. Όχι όταν άρχισε ο γείτονας το découpage. Όχι όταν τρώω ρυζόγαλο. Από την αρχή, εκεί που απλά νόμιζα ότι ελέγχω τα πάντα.
Τώρα με φωνάζουν “banana man”. Τίμιοι.
Και κάπως έτσι, σήμερα τα έκανα μαντάρα.
Αυτή την ιστορία μας την έστειλε ο Γιώργος.