TIFU: Τηγάνισα τη ζωή μου (και ένα τάπερ) στην κουζίνα της δουλειάς
Καλησπέρα παρέα! Πρώτη φορά γράφω κάτι τέτοιο, και αν κρίνω από τη σημερινή μου εμπειρία, μάλλον το σύμπαν προσπαθούσε να με προειδοποιήσει ότι έχω ακόμα δρόμο μέχρι να ξεπεραστώ… Λοιπόν, να σας βάλω στο κλίμα: Είμαι σε δουλειά γραφείου εδώ και πέντε χρόνια σχεδόν, κι ανήκω στη σπάνια κατηγορία που κουβαλάει τάπερ κάθε μέρα. Γιατί; Επειδή η “μαμά κουζίνα” της δουλειάς είναι εκεί, αλλά αν συνδυάσεις τα τρόφιμα από το ντελίβερι της γειτονιάς και το τι αφήνουν πίσω τους τα παιδιά στις εστίες… καλύτερα να κουβαλάς κάτι σπιτικό!
Σήμερα λοιπόν, ξύπνησα 10 λεπτά αργότερα απ’ ό,τι συνήθως, ψιλοπανικόβλητος για να προλάβω, κι αντί να σκεφτώ “Άσε το φαγητό για αύριο”, πέταξα δυο μπιφτέκια κοτόπουλο σε ένα τάπερ και βγήκα τρέχοντας σαν τον γκάζιλα από το σπίτι, χωρίς καν να φάω πρωινό. Αυτό ήταν το πρώτο μου λάθος. Έπρεπε να φάω κάτι, αλλιώς το υπόλοιπο της μέρας μου εγγυημένα θα γινόταν αγγαρεία. Τέλος πάντων, το τάπερ πήρε πρώτη θέση δίπλα στο λάπτοπ και ήδη από τις 10 ένιωθα ότι το στομάχι μου είχε ξεκινήσει διαδήλωση.
Στις 1 ακριβώς, μισή ώρα νωρίτερα από το επιτρεπτό, με βλέπω να περπατάω όλο αποφασιστικότητα προς την κουζίνα, αγκαλιά το τάπερ, σάλια στο πάτωμα σχεδόν. Εκεί μέσα, η γνώριμη μυρωδιά καμένου μπέικον ανακατεμένη με καφέ ανοιγμένης σακούλας σκουπιδιών με χτύπησε στα ρουθούνια, αλλά δεν μασάμε εμείς – ουρά στην ουρά στον φούρνο μικροκυμάτων. Εδώ ακριβώς, πρέπει να σας πω ότι, όσο καιρό δουλεύω εδώ, δεν έχω ασχοληθεί ποτέ σοβαρά να διαβάσω καλά τις οδηγίες πάνω στο φαγητό ή στο ίδιο το μικροκύμα. “Σιγά, μισό λεπτό όλα είναι”, έλεγα.
Η ουρά σέρνεται, και όταν φτάνω μπροστά, βλέπω το βαρεμένο βλέμμα της συναδέλφου μου να με κοιτάει, σα να μουρμουρίζει “άντε πάλι”. Εγώ χαμογελάω λίγο παγωμένος κι ανοίγω το φούρνο. Εκεί βλέπω ένα χαρτί πάνω που γράφει “Να ΜΗΝ βάζετε πλαστικό που δεν γράφει μικροκύμα!”. Φυσικά, το δικό μου τάπερ – μία αμφιβόλου προέλευσης λευκή πλαστική συσκευασία, που μου είχε αφήσει η μάνα μου μετά από παραδοσιακά γεμιστά – μάλλον δεν είχε καν υπονοούμενο για μικροκύματα. Αλλά εκείνη την ώρα, η πείνα μου νικάει την λογική μου. “Σιγά, τι μπορεί να γίνει; Άντε να λυγίσει λίγο στην άκρη”, λέω στον εαυτό μου – λάθος νούμερο δύο, και σίγουρα εκεί έπρεπε να σταματήσω.
Δεν σταμάτησα. Ξεκινάω, βάζω 2:30 στο χρονόμετρο – “Να ζεσταθεί καλά”, σκέφτομαι. Με το που πατάω το κουμπί, ακούγεται ένα σπαστικό τριζόνισμα από μέσα, αλλά επιχειρώ να το αγνοήσω. Μέχρι που, μετά από έντεκα δευτερόλεπτα, αρχίζω να μυρίζω κάτι περίεργο, κάπως σαν καινούργιο λάστιχο αυτοκινήτου σε μίξη με κοτόπουλο. Κατέρχεται ένα κύμα πανικού. Σταματάω το μικροκύμα στα καπάκια, ανοίγω την πόρτα, και βλέπω το τάπερ με μια μικρή μπουρμπουλήθρα στο πλάι, κάτι υγρά που δεν ήταν αρχικά στο πρόγραμμα και το φαγητό στο δικό του κώμα. Εκεί μια φωνούλα μέσα μου ψιθυρίζει “Βγά’ το τώρα και άστο”, αλλά ο εγκέφαλός μου πάλι εκεί, να σκέφτεται “Άντε, λίγα δευτερόλεπτα ακόμη”. Μόνο που κάτι τέτοιο ΔΕΝ θέλει κανείς να κάνει…
Τώρα έρχεται η στιγμή που το λάθος γίνεται ομαδικό ρεζιλίκι. Βάζω το τάπερ ξανά μέσα, και πατάω μόλις 20 δευτερόλεπτα ακόμα. Ο ήχος που κάνει αυτή τη φορά, σαν να έχεις αφήσει στη φωτιά μια φούσκα από παραφίνη, μου κόβει τα γόνατα. Το τάπερ όχι μόνο λιώνει, αλλά κάνει “γκλουπ” και… κουφαίνομαι: το καπάκι πετάγεται!! Πετράει μέσα στον φούρνο, ακούγεται ένα φρικιαστικό “τσίου” και αναδύεται μια μυρωδιά, κάτι ανάμεσα σε εγκαταλελειμμένο πλαστικό παιχνίδι και φαγητό που δεν θέλεις να φας ποτέ ξανά.
Πανικός. Ανοίγω το φούρνο με τα χέρια μου να τρέμουν, προσπαθώ να ακουμπήσω το τάπερ, προφανώς δε βγάζει νόημα γιατί είναι πυρωμένο και σχεδόν λαστιχένιο. Χάνω όλη την ψυχραιμία μου, σκέφτομαι να ρίξω πάνω μια χαρτοπετσέτα, να το μαζέψω και να εξαφανιστώ. Εκεί πετάγεται ο Τάσος από τη διπλανή ομάδα, με το πιο ειρωνικό ύφος: “Όλα καλά φίλε; Αυτό μπήκε στο Guinness ή να το καταχωρήσουμε σήμερα;”. Εκεί και κράτησα τα γέλια τουλάχιστον.
Βγαίνω τρέμοντας στην κουζίνα, με το (πλέον) μισολειωμένο τάπερ μου, όπου το μπιφτέκι έχει γίνει ένα με το πλαστικό, και το μόνο που σκέφτομαι είναι πώς θα ξεφορτωθώ τα πειστήρια της αποτυχίας. Κολλάω το τάπερ στους κάδους, το καλύπτω με χαρτιά, και επιστρέφω σφαίρα στο γραφείο μου, προσπαθώντας να σβήσω τη μυρωδιά λιωμένου πλαστικού από τα ρούχα μου – φυσικά και δεν έφυγε, το μόνο που κατάφερα ήταν να τραβήξω τα βλέμματα όλων.
Ούτε φαγητό έφαγα, ούτε γεύμα είχα. Το κερασάκι; Επιστρέφω σπίτι να βρω τη μάνα μου να λέει πως το συγκεκριμένο τάπερ δεν είναι καν δικό μας, το είχε δανειστεί από τη γειτόνισσα. Άρα, όχι μόνο τα έκανα μουσκίδι στη δουλειά, έμεινα νηστικός, έχασα τάπερ και άντε τώρα να εξηγήσεις στην κυρά Καίτη πού πήγε το αγαπημένο της (πρώην) δοχείο.
Και κάπως έτσι, σήμερα τα έκανα μαντάρα.
Αυτή την ιστορία μας την έστειλε ο Μανώλης.