Σήμερα τα έκανα μαντάρα με το φαξ του γραφείου
Κανονικά, οι Δευτέρες μου πάνε χάλια πριν καν ξεκινήσουν. Σήμερα όμως όλα έδειχναν ότι θα είναι μια απλή μέρα. Ξύπνησα, ήπια τον καφέ μου, έφτασα γραφείο σχεδόν στην ώρα μου, κάθισα στο γραφείο μου μπροστά από τον παλιό υπολογιστή και το ξεχαρβαλωμένο φαξ που, προσωπικά, πιστεύω συντηρούμε απλά γιατί μας αρέσει το vintage. Ο ταβερνιάρης απ’ το ισόγειο είχε αφήσει δυο τυρόπιτες στο σαλόνι, οπότε μέχρι και τσιμπολογούσα κάτι μπροστά στον υπολογιστή.
Η προϊσταμένη, η Κατερίνα, μου λέει: «Στέφα, μπορείς να στείλεις αυτό το έγγραφο στην εταιρεία που συνεργαζόμαστε; Το περιμένουν άμεσα». Πρόκειται για μία σύμβαση που ουσιαστικά καθορίζει τα πάντα για κάτι πληρωμές – από εκείνες τις φορές που απλά ΔΕΝ πρέπει να γίνει λάθος.
“Εύκολο,” σκέφτομαι. Έχω στείλει άπειρα φαξ, τί μπορεί να πάει στραβά; Εδώ γελάμε. Βάζω το χαρτί στο μηχάνημα, πληκτρολογώ τον αριθμό που μου είχε γράψει σε ένα post-it η Κατερίνα (γιατί ποιος διαβάζει οδηγίες πια;), και πατάω το κουμπί. Στην αρχή κολλάει, δε βγάζει χαρτί, κάνει ένα περίεργο ήχο τύπου να πεθάνει. Λέω «οκ, το ‘χεις, απλά πάτα δύο-τρεις φορές παραπάνω».
Δεν πιάνει. Έχω αρχίσει να ιδρώνω. Είναι δέκα το πρωί, νιώθω όμως ότι μόλις έτρεξα μαραθώνιο. Κοιτάω το post-it, ξαναβάζω τα νούμερα, μήπως πάτησα λάθος. Δεν παίρνει γραμμή. Εκεί έπρεπε να σταματήσω. Εκεί έπρεπε να φωνάξω τη Μαρία από το λογιστήριο, που ξέρει να κουρδίζει το φαξ με μάτια κλειστά. Αλλά όχι. Το πήγα εγωιστικά, γιατί ήθελα να το τελειώσω και να το έχω πει: «Σήμερα τα έκανα όλα μόνος μου».
Εκείνη την ώρα περνάει ο Νίκος, ο πιο παλιός απ’ το γραφείο (τύπου, έχει στείλει τα μισά φαξ της Αθήνας) και μου λέει: «Βεβαιώσου ότι έχεις βάλει σωστά το πρόθεμα. Στις εταιρείες του εξωτερικού ξεχνάμε κάνα μηδενικό όλο και κάπου!». Το ’πιασα σαν συμβουλή, αλλά μου φάνηκε και υπερβολική ανάλυση. Τι να πάει τόσο στραβά;
Τελικά, οπλισμένος με το θάρρος που δίνει μόνο η άγνοια, δοκιμάζω άλλη μια φορά. Αυτή τη φορά σιγουρεύομαι ότι βάζω το πρόθεμα, πάω όμως και μπερδεύω τα ψηφία λίγο, γιατί μίλαγα ταυτόχρονα στο κινητό (η κοπέλα μου με ρωτούσε τι να μαγειρέψει — ΤΩΡΑ, ρε Χριστίνα;). Πατάω, τέλος πάντων, και… φαίνεται να παίρνει γραμμή. Οκ, ανακουφισμένος, φεύγω για τσιγάρο, feeling victorious, αφήνοντας το φαξ να κάνει τα δικά του.
Γυρνάω και βλέπω την Κατερίνα να κρατάει το χαρτί και να πίνει το τρίτο της καφέ για να κρατηθεί ψύχραιμη. «Στέφα, δεν πήραμε επιβεβαίωση. Το έστειλες;». “Μην αγχώνεσαι, το είδα να τραβάει το χαρτί, μια χαρά πήγε!” της λέω. Για σιγουριά, κοιτάω το report που βγάζει το φαξ μετά το τέλος της αποστολής και το πρώτο πράγμα που διαβάζω: “Επιτυχής αποστολή σε 210 6ΧΧΧΧΧΧ”.
Κάτι δεν μου κάθεται καλά. 210; Αλλά ΕΚΕΙΝΟΣ Ο ΑΡΙΘΜΟΣ ΤΟΥ ΕΞΩΤΕΡΙΚΟΥ ΞΕΚΙΝΑΓΕ ΜΕ +44! Εκεί πλέον αρχίζω και πανικοβάλλομαι. Όχι τίποτα άλλο, αλλά το φαξ της εταιρείας στο εξωτερικό είναι κάπου στο Μάντσεστερ, ενώ στον 210… δεν ξέρω ποιος είναι καν.
Η Κατερίνα έχει αρχίσει τα «τέλεια, τώρα να δούμε πού πήγε η σύμβαση». Αρχίζω να ψάχνω online ποιος έχει τον συγκεκριμένο αριθμό. Τελικά ήταν κάποιο μικρό λογιστικό γραφείο στο Περιστέρι. Εκεί έπρεπε να σταματήσω. Να πάρω να τους ζητήσω συγγνώμη, να το διορθώσω.
Αλλά όχι. Σκέφτομαι ότι «μήπως δεν πειράζει; Δεν θα καταλάβουν τι είναι, θα το πετάξουν». Ενώ ταυτόχρονα η Κατερίνα έχει ήδη γράψει καινούρια σύμβαση και μου λέει, «Πάρε το φαξ και αυτή τη φορά, σε παρακαλώ, πάρε πρώτα τηλέφωνο να βεβαιωθείς ότι το έχεις σωστά».
Προσπαθώ να τηλεφωνήσω στον αριθμό 210-xxx αλλά δεν το σηκώνει κανείς. Μέχρι που, μια ώρα μετά, χτυπάει το τηλεφωνικό κέντρο του γραφείου και μας καλεί κάποιος αγανακτισμένος κύριος: «Κοιτάξτε, μου έχετε στείλει ένα έγγραφο που μάλλον δεν προορίζεται για εμάς. Δεν είναι καν στα ελληνικά. Ήθελα να το πετάξω, αλλά είπα μήπως το ζητήσει κανείς…»
Σκέφτομαι να ανοίξει η γη να με καταπιεί. Η Κατερίνα, ψύχραιμη (τώρα που έχει εφεδρικό καφέ στο γραφείο, βασικά), του ζητάει να μας το στείλει πίσω με φαξ. Μαντέψτε. Ο τύπος δεν θυμόταν πως λειτουργεί το φαξ. Οπότε… μας το έβγαλε φωτογραφία με το κινητό και μας το έστειλε με mail.
Εκεί κάπου σταμάτησα εγώ να προσπαθώ να σώσω το θέμα και απλά παραδέχτηκα την πλήρη ανικανότητά μου να κάνω τα απλά, καθημερινά πράγματα σωστά. Τελικά η σύμβαση εστάλη σωστά λίγη ώρα μετά, δηλαδή αφού είχα φάει το roast από όλο το γραφείο και προσπαθούσα να πείσω εμένα και τους άλλους ότι δεν τελείωσα την καριέρα μου εκείνη τη μέρα.
Και κάπως έτσι, σήμερα τα έκανα μαντάρα.
Αυτή την ιστορία μας την έστειλε ο Στέφανος.