Ερωτικές Ιστορίες – Η βραδιά με τη μυστηριώδη Μαργαρίτα

Ερωτικές Ιστορίες: Η βραδιά που δεν θα ξεχάσω ποτέ

Ερωτικές Ιστορίες δεν περίμενα ποτέ να ζήσω και να διηγηθώ εγώ ο ίδιος. Κι όμως, μερικές βραδιές αλλάζουν όλη σου τη ζωή, απλά επειδή τολμάς να αφεθείς στο απρόβλεπτο.

Πώς ξεκίνησε όλα

Ήταν μια απλή Παρασκευή. Τίποτα δεν προμήνυε πως θα εξελιχθεί έτσι το βράδυ μου. Βγήκα μετά τη δουλειά για ένα ποτό με δυο φίλους σε εκείνο το μπαρ στα Εξάρχεια που συνήθως μαζευόμαστε. Ήμουν κουρασμένος, αλλά και κάπως ανήσυχος, λες και περίμενα να συμβεί κάτι καινούργιο.

Δεν είχα ιδέα πως απόψε, ανάμεσα στους γνωστούς θορύβους, τα τσιγάρα κι εκείνες τις πρώτες γουλιές του ποτού, θα γνώριζα τη Μαργαρίτα. Μπήκε γεμάτη αυτοπεποίθηση, με βλέμμα που έλαμπε κι ένα χαμόγελο που δύσκολα περνούσες απαρατήρητο. Δεν μπορώ να πω πως ήταν “η πιο όμορφη”, αλλά στα μάτια μου εκείνη τη στιγμή, δεν υπήρχε τίποτα πιο ελκυστικό.

Η πρώτη επαφή

Κοιταχτήκαμε τυχαία. Ή τουλάχιστον έτσι νόμιζα. Η Μαργαρίτα ήρθε με μια φίλη της, στάθηκαν ακριβώς δίπλα μας στην μπάρα. Από εκείνη τη στιγμή, κάθε τόσο συναντιόντουσαν τα βλέμματά μας· ούτε πολλά χαμόγελα, ούτε παιχνιδιάρικα τρικ. Απλώς, μια ηλεκτρισμένη αμηχανία που έφτανε να γεμίσει όλο το χώρο.

Κάποια στιγμή, βρέθηκα να της χαμογελώ αδέξια, κι εκείνη να μου σχολιάζει πως “έχει βαρύ κόσμο απόψε”. Ήταν η αφορμή που χρειάζομασταν. Μιλήσαμε στην αρχή για τα πάντα: για μουσικές, για δουλειές, για άγνωστες αγαπημένες γωνιές της Αθήνας. Κάθε κουβέντα και λίγο πιο κοντά, κάθε σιωπή και λίγο πιο βαθιά.

Το άγγιγμα που άναψε τη φωτιά

Σε κάποια στιγμή, άγγιξε σχεδόν τυχαία το χέρι μου. Δε με τρόμαξε, δεν ένιωσα αμηχανία. Ήταν ακριβώς ό,τι έπρεπε να συμβεί. Δεν υπήρχε βιασύνη, μόνο εκείνη η αίσθηση πως οι σιωπές μας λένε όσα τα λόγια δεν τολμούν.

Καθίσαμε πιο κοντά. Άκουγα τη φωνή της να μουρμουρά μαλακά, ταυτόχρονα την ένιωθα να με κοιτάει, να χαμογελάει με τα μάτια περισσότερο παρά με τα χείλη. Δεν με άφηνε να ξεφύγω, αλλά ούτε κι εγώ το ήθελα. Κι όσο περνούσε η ώρα, η ατμόσφαιρα ανάμεσά μας γινόταν όλο και πιο φορτισμένη.

Μια ερωτική ιστορία που δύσκολα ξεχνιέται

Δεν χρειάστηκε να πούμε πολλά για να αποφασίσουμε να φύγουμε μαζί. Περπατήσαμε λίγο στα κρύα σοκάκια, χωρίς να αγγίζουμε ολόκληρα τα χέρια μας, μόνο τα ακροδάχτυλα. Εκεί, στη σιωπή που έσπαγε μόνο από τα βήματά μας, κατάλαβα πόσο κοντά είχαμε έρθει.

Μόλις φτάσαμε σπίτι μου, επικρατούσε μια αμήχανη σιγή. Την έσπασα πρώτος, ρωτώντας αν θέλει να πιει νερό—κάτι απλό, να σπάσει τον πάγο. Εκείνη απάντησε, “ναι, μα φέρε δύο ποτήρια”. Στο μισοσκόταδο, φώτιζε μόνο το φως από το δρόμο που περνούσε από τις γρίλιες. Τα αφήσαμε όλα στην άκρη, χωρίς να πούμε τίποτα άλλο.

Η ένταση στο ίδιο χώρο

Η Μαργαρίτα στάθηκε απέναντί μου, πολύ κοντά. Χωρίς να το σκεφτεί πολύ, με κοίταξε κατάματα. Δεν υπήρχε τίποτα πιο δυνατό από αυτό το βλέμμα. Μια αργή κίνηση, μισό βήμα, και ξαφνικά οι ανάσες μας μπλέχτηκαν, οι παλάμες μας βρήκαν η μία την άλλη. Τα λόγια είχαν εξαφανιστεί, μόνο οι αισθήσεις κυριαρχούσαν.

Το άγγιγμά της στο λαιμό μου, τα δάχτυλά της να παίζουν με το πουκάμισό μου, κάθε κίνηση έκαιγε αλλά και καθησύχαζε συγχρόνως. Δεν χρειάστηκε να προκληθούμε παραπάνω, ούτε να κυνηγούμε αυτή την ένταση: άφησα απλά τη στιγμή να εξελιχθεί. Το φιλί που ακολούθησε ήταν το πιο αργό, ταυτόχρονα όμως το πιο ζωντανό που είχα ζήσει ποτέ.

Το ξημέρωμα μετά το βράδυ

Το βράδυ κύλησε έτσι, χωρίς πολλά λόγια, γεμάτο εκείνες τις μικρές ματιές, τις σιωπές που έλεγαν τα πάντα, τις κινήσεις που άφησαν ανεξίτηλο το αποτύπωμά τους. Όταν ξημέρωσε, την είδα να χαμογελάει νυσταγμένη αλλά ευτυχισμένη, κι εγώ ένιωθα γεμάτος. Δεν ξέρω αν θα ξαναβλεπόμασταν ή αν εκείνη η βραδιά θα έμενε μοναδική—μα αυτές είναι οι αληθινές ερωτικές ιστορίες. Οι στιγμές που δεν περιμένεις, αλλά ποτέ δεν τις ξεχνάς.

Αυτά έζησα. Και τα λέω τώρα, όπως ακριβώς τα ένιωσα.

Αυτή την ιστορία μας την έστειλε ο Αντώνης.