Οκ, λοιπόν, να σας πω κι εγώ τη δική μου φάση και να μου πείτε τη γνώμη σας, γιατί πραγματικά δεν ξέρω αν ήμουν ο μαλάκας της υπόθεσης ή αν απλά παραέγινα ειλικρινής.
Λοιπόν, πριν σας πω τι έγινε, να δώσω λίγο πλαίσιο. Εδώ και πέντε χρόνια κάνω παρέα με τρεις φίλους από το πανεπιστήμιο. Καθημερινά είμαστε σε επαφή, πίνουμε καφέδες, τρώμε μαζί, λέμε τα κουτσομπολιά μας, στηρίζουμε ο ένας τον άλλον στα δύσκολα. Με έναν από αυτούς, τον Λευτέρη, έχουμε γίνει ιδιαίτερα δεμένοι τα τελευταία δύο χρόνια. Είναι ο άνθρωπος που θα έπαιρνα πρώτον αν πάθω κάτι, με καταλαβαίνει, είναι ειλικρινής μαζί μου, γενικά τον έχω πολύ ψηλά σαν φίλο.
Λοιπόν, πριν δύο μήνες, αρχίσαμε να μαζευόμαστε τακτικά για επιτραπέζια στους φίλους της Ελένης, άλλης φίλης της παρέας που δεν ήμουν τόσο κοντά, αλλά την εκτιμούσα. Κάποιο βράδυ μετά από καναδυο ποτάκια, ο Λευτέρης πετάχτηκε μες στην κουβέντα και είπε (όχι με κακή διάθεση, αλλά μάλλον για να γελάσουμε): “Καλά ρε παιδιά, ποιος από εσάς πιστεύει πραγματικά πως ταιριάζουν ο Μάκης και η Ελένη;”. Να σημειώσω εδώ ότι ο Μάκης και η Ελένη μόλις είχαν αρχίσει να βγαίνουν, δηλαδή οκ, ήταν καινούρια φάση ακόμα.
Εγώ ξαφνιάστηκα με την ερώτηση, γιατί ΟΝΤΩΣ δεν τους έβλεπα πολύ ταιριαστούς, αλλά δεν ήθελα να πω τίποτα για να μην προσβάλλω κανέναν. Ο Λευτέρης επέμενε, και άρχισαν τα γέλια και τα πειράγματα. Η Ελένη κάπως μάζεψε ύφος, αλλά το γύρισε σε χαβαλέ κι αυτή – υποτίθεται. Ο Μάκης το πήρε στραβά από την αρχή. Γενικά, ενώ γελούσαν όλοι, εκείνος ήταν παγωμένος και εγώ το παρατήρησα, αλλά δεν ήξερα αν πρέπει να μιλήσω.
Την επόμενη μέρα ο Λευτέρης μου έστειλε μήνυμα, να μου πει πόσο αστείος ήταν χτες το βράδυ, ότι όλοι γέλασαν εκτός από τον Μάκη, που “είναι πολύ βαρύς”. Εκεί κάπως θύμωσα – επειδή εγώ ήξερα ότι και η Ελένη το πήρε κάπως βαριά, αλλά έκανε την κουλ για να διατηρηθούν οι ισορροπίες και well, δεν τα λες αυτά για ζευγάρι στους άλλους. Επειδή όμως είμαι άνθρωπος που ζορίζεται να μην πει την αλήθεια (αρνητικό μου βέβαια), του απάντησα ότι, ε, ίσως το παράκανε λιγάκι την πλάκα, ειδικά τώρα που τα παιδιά είναι στην αρχή και ακόμα ψάχνουν τα πατήματά τους.
Εκείνος το πήρε ελαφρώς στραβά, αλλά το άφησε. Κάναμε ότι δεν έγινε τίποτα.
Όμως δύο εβδομάδες αργότερα, όταν μαζευτήκαμε ξανά για επιτραπέζια, η Ελένη πήρε μια ευκαιρία που κάναμε όλοι πλάκα για τις σχέσεις, και είπε μπροστά σε όλους: “Ρε Λευτέρη, κράτα λίγο την ειλικρίνεια για τον εαυτό σου, δεν είμαστε όλοι τόσο άνετοι με το ζευγάρι μας.” Έγινε ένα άβολο γέλιο, κι εγώ (ενώ μπορούσα να το αφήσω να περάσει) κρατήθηκα απ’ αυτό και είπα: “Εντάξει, να λέμε και του στραβού το δίκιο, και σε μένα φάνηκε σκληρό αυτό που ειπώθηκε τότε.”
Ε, εκεί τα πήρε ο Λευτέρης και είπε “Σοβαρά τώρα; Δηλαδή να μη μιλάμε καθόλου;”, και άρχισε μπροστά σε όλους να μου λέει ότι τελευταία έχω γίνει πολύ politically correct και δεν αντέχω κανένα πείραγμα.
Η κουβέντα πήρε φωτιά, στη μέση της οποίας έκανα κάτι που τώρα αναρωτιέμαι αν ήταν λάθος: γύρισα και είπα μπροστά σε όλους: “Δεν είναι ανάγκη να σχολιάζεις έτσι συνεχώς, ίσως κάποιοι να μην θέλουν να ακούνε την ειλικρίνειά σου για τη σχέση τους.” Και ναι, το τόνισα, το έκανα συγκεκριμένο για τον Λευτέρη και δεν άφησα ανοιχτό το ποιος το λέει.
Μετά απ’ αυτό η φάση βάρυνε, η Ελένη μαζεύτηκε, ο Μάκης δεν είπε λέξη για το υπόλοιπο βράδυ, εγώ ένιωθα πολύ άβολα, και ο Λευτέρης έγινε εξαφανιζόλ για μερικές μέρες. Ούτε μηνύματα, ούτε κανένα “πάμε για καφέ”. Όταν τελικά επικοινωνήσαμε, εκείνος μου είπε πως ένιωσε προδομένος που “ξεπουλήθηκα” μπροστά στην παρέα, πως μπορούσα να τον πάρω ιδιαιτέρως να του πω ότι παραφέρεται, αλλά με ξεφτίλισα μπροστά σε άλλους.
Σ’ αυτό το σημείο εγώ άρχισα να νιώθω άσχημα. Εν μέρει είχε δίκιο – τον έκανα ρεζίλι και ήξερα πως δεν του αρέσει να τον “κρατάω” δημόσια. Από την άλλη όμως, ένιωθα ότι τον είχα προειδοποιήσει προσωπικά, και επέμενε να το κάνει. Επίσης, σκεφτόμουν πως η Ελένη και ο Μάκης τηρούν τους τύπους συνέχεια για να μην στενοχωρήσουν τον οποιονδήποτε, κι ότι ίσως βγήκε από μέσα μου όλη αυτή η αντίδραση γιατί ήθελα να τους υπερασπιστώ. Αλλά ήθελα κι εγώ να είμαι ειλικρινής – δεν μου αρέσει αυτή η μόνιμη ειρωνεία στις σχέσεις των άλλων. Όχι ότι είμαι καλύτερος, κι εγώ έχω πει χοντράδες αρκετές φορές στο παρελθόν (που δεν το ξέχασα εκείνη τη στιγμή), με τη διαφορά ότι απ’ όταν έκανα μαλακία, ζήτησα συγγνώμη.
Τώρα, μετράμε ήδη δυο μήνες χωρίς να έχει επιστρέψει η παλιά ατμόσφαιρα. Από τότε και μετά, οι παρέες είναι λίγο θολές, το κλίμα κρύο, και εγώ νιώθω μόνιμα ενοχλημένος που ήρθαν έτσι τα πράγματα. Η σκέψη με βασανίζει: Μήπως υπήρχε κι άλλος τρόπος να το χειριστώ; Μήπως απλά βιάστηκα να πάρω το μέρος της “ευγένειας”; Μήπως γίνομαι υπερβολικός; Αλλά από την άλλη δεν μου αρέσει να κουκουλώνω τα θέματα για να “μην ενοχλήσουμε”.
Έτσι όπως το κοιτώ πια, παίζει όντως να το παράκανα μπροστά σε άλλους – έπρεπε να τα κρατήσω ιδιωτικά, ειδικά στο Λευτέρη που ήταν φίλος μου. Μήπως ήμουν και πιο επικριτικός απ’ όσο νόμιζα; Αλλά δεν ήθελα κι ο άλλος να νομίζει ότι έχει άδικο που στέκεται στη σχέση του. Ειλικρινά, έχω αναρωτηθεί ένα εκατομμύριο φορές αν έπρεπε απλά να το καταπιώ, κάνω κι εγώ καμιά πλάκα και να ισορροπήσει η φάση. Ή, να πάρω τον καθένα χωριστά να συζητήσουμε μαλακίες και σχόλια…
Anyway, αυτό είναι το story μου.
AITA που αντέδρασα έτσι;
Αυτή την ιστορία μας την έστειλε ο Μάρκος.