Δεν ξέρω αν περιμένω να “δικαστώ” ή απλώς να βγάλω από μέσα μου όλο αυτό το μπέρδεμα, γι’ αυτό θα σας πω τι συνέβη, όσο πιο απλά γίνεται.
Λέγομαι Χρήστος, είμαι 35, δουλεύω σε λογιστήριο, και ζω μόνος μου εδώ και 4 χρόνια. Έχω όμως μια ιδιαίτερα στενή σχέση με τη φίλη μου, την Ειρήνη, που γνώρισα σ’ ένα σεμινάριο πριν τρία χρόνια. Δεν ήταν ποτέ κάτι παραπάνω μεταξύ μας, αλλά είχαμε γίνει πραγματικά κολλητοί. Ξέρετε πώς είναι: ανταλλάσσουμε καθημερινά μηνύματα, πίνουμε καφέ κάθε Κυριακή, λέμε τα πάντα ο ένας στον άλλον.
Προ εφταμήνου, όμως, άρχισε να βγαίνει με τον Σταύρο, έναν φίλο από τη σχολή της. Μου το είπε ενθουσιασμένη και χάρηκα πολύ για εκείνη. Ήταν καιρός να βρει κι εκείνη μια καλή σχέση, γιατί έχει ταλαιπωρηθεί αρκετά με προηγούμενους. Απλά, εκεί που την άκουγα να μου μιλάει όλο γλύκα, σιγά σιγά άρχισε να αλλάζει το ύφος. Οι συναντήσεις μας μειώθηκαν. Τα μηνύματα λιγόστεψαν. Θέλησα να μην το πάρω προσωπικά –ήξερα ότι ο ενθουσιασμός μιας νέας σχέσης μπορεί να φέρει αλλαγές.
Κάποια στιγμή, πριν ενάμιση μήνα, οργανώνει στην παρέα barbeque (στην ταράτσα του σπιτιού της) και μου ζητά να φέρω ποτά και σαλάτες. Πάω, όπως πάντα πρώτος, βοηθάω με ετοιμασίες. Με χαιρετά μόνο στα πεταχτά, λίγο απότομα, “Χρήστο, βάλε τις μπύρες ψυγείο, τρέχω λίγο!” και εξαφανίζεται με τον Σταύρο. Παρ’ όλα αυτά, περνάμε καλά – αν και παρατηρώ ότι ο Σταύρος ούτε καν με κοιτάζει στα μάτια, κι όταν χωριστήκαμε σε μικρές ομάδες, εκείνος την τραβούσε να είναι μαζί του. Τέλος πάντων, θεώρησα ότι ίσως να νιώθει άβολα γνωρίζοντας ότι έχουμε τόσο στενή φιλία, ίσως μέχρι να γνωριστούμε καλύτερα να αλλάξει η κατάσταση.
Λίγες μέρες αργότερα, πάω να της στείλω να κανονίσουμε για καφέ μας, και μου απαντάει ξερά “Δεν βγαίνω πολύ αυτό τον καιρό, δουλεύω πολύ.” Της απαντώ “πάρε με όποτε είσαι ελεύθερη” και τίποτα. Δυο εβδομάδες μετά αποφασίζω, λίγο πεισματικά, να μην στείλω εγώ πρώτος. Περνάει χρόνος και τίποτα. Τελικά, εμφανίζεται μήνυμα τύπου “Χρόνια πολλά ρε θηρίο!” για τη γιορτή μου. Όχι τηλέφωνο, ούτε συνάντηση.
Είχα αρχίσει να νιώθω άσχημα. Από τη μιά σκέφτομαι ότι κατι παίζει, από την άλλη δε θέλω να είμαι πιεστικός. Μπαίνω τυχαία στα stories της, όπου ανεβάζει έξοδο με τον Σταύρο και φίλους. Κι εκεί σκάει κάτι περίεργο: Σε μία φωτογραφία, ο Σταύρος φωνάζει στη φωτογράφο “όχι τον Χρήστο!”. Κόκκινο καμπανάκι.
Περνάνε μερικές μέρες και απλώς δεν αντέχω. Της στέλνω μήνυμα “συμβαίνει κάτι και σε ενοχλώ;”. Μου λέει να μιλήσουμε από κοντά. Βρισκόμαστε σε ένα καφέ, κάπως αμήχανα. Μου λέει ότι προσπαθεί να βάλει προτεραιότητες στη ζωή της, ότι ο Σταύρος δεν αισθάνεται άνετα με τις στενές αντρικές φιλίες που διατηρούσε, ότι θέλει να προσπαθήσει για αυτή τη σχέση γιατί “είναι σημαντικό κεφάλαιο” και “μην το πάρεις προσωπικά”. Της απαντώ ότι καταλαβαίνω, αλλά αυτό που γίνεται δεν μού φαίνεται δίκαιο. Είμαστε φίλοι πριν υπάρξει ο Σταύρος, ποτέ δεν υπήρξε κάτι πονηρό μεταξύ μας, και τώρα αισθάνομαι σαν βαρίδι από το παρελθόν που την εμποδίζει να ζήσει τη ζωή της.
Εκείνη μου απαντά ότι ο σύντροφός της έχει ανασφάλειες από προηγούμενες σχέσεις, πως εκείνος θέλει να νιώθει ο πρώτος στη ζωή της και ότι “σε παρακαλώ, μην παρεξηγηθείς, σε έχω ανάγκη, αλλά πρέπει να αλλάξουμε τους ρυθμούς μας”. Της λέω ότι ενώ καταλαβαίνω, μου φαίνεται άδικο να με “παρκάρει” επειδή το ζευγάρι της έχει θέμα. Θύμωσα – χωρίς να φωνάξω, αλλά είπα “αν ήμουν γυναίκα και ήμασταν κολλητές, δε θα ‘χε πρόβλημα, σωστά;”. Δεν το αρνήθηκε.
Βγήκα από το καφέ λίγο στεναχωρημένος και λίγο θυμωμένος. Τις επόμενες μέρες προσπάθησα να μετριάσω τα συναισθήματά μου. Από τη μία αυτό που γίνεται μού μοιάζει φυσικό: στις σχέσεις υπάρχει σφίξιμο, μερικοί άνθρωποι ζηλεύουν, κάποιοι προσπαθούν να ισορροπήσουν τα πάντα. Από την άλλη, δεν μπορώ να μην αισθάνομαι “πεταμένος” επειδή ο καινούριος της σύντροφός νιώθει άβολα με τη δική μας φιλία.
Οι κοινοί μας φίλοι τα έμαθαν όλα λίγο αργότερα, γιατί καιρό τώρα με ρωτούσαν τι συμβαίνει μεταξύ μας. Μερικοί έκαναν χαβαλέ “έλα ρε, καψούρης ήσουν κι εσύ και δεν το ήξερες” – που με τσίτωσε, γιατί δεν έχω τέτοια αισθήματα. Άλλοι είπαν ότι η Ειρήνη δεν έπρεπε να με αποκόψει έτσι, όσο σοβαρός κι αν είναι ο Σταύρος, γιατί “οι φίλοι μένουν”.
Δεν ξέρω τι θα έκανα στη θέση της – ίσως και εγώ να περιόριζα μια φιλία για να κάνω τη σχέση μου να λειτουργήσει. Από την άλλη όμως, δεν μπορώ να χωνέψω ότι ένα πρόβλημα του Σταύρου έπρεπε να το πληρώσω εγώ, λες κι είμαι “ζημιάρης” επειδή απλά υπάρχω ως άντρας φίλος.
Τώρα με την Ειρήνη μιλάμε ελάχιστα, κυρίως τυπικά. Όταν τη βλέπω, νιώθω ότι κάτι έχει σπάσει. Το σκέφτομαι πού και πού: άξιζε να το πω ή θα έπρεπε απλά να σεβαστώ τη φάση της χωρίς να γκρινιάξω; Μήπως ήμουν όντως εγωιστής και απαιτούσα πολλά; Ή μήπως κάνει εκείνη λάθος που άφησε να επηρεαστεί τόσο απ’ τις ανασφάλειες του άλλου;
Ήμουν εγώ ο μαλάκας της ιστορίας;
Αυτή την ιστορία μας την έστειλε ο Χρήστος.