AITA STORIES – Ο συγκατοικος που ηθελε παντα παρεα και ο σπιτογατος φιλος του

Εδώ και κάτι μήνες, μένω με τον φίλο μου, τον Χάρη, σε ένα δυάρι που μισθώνουμε στα Εξάρχεια. Γνωριζόμαστε από το μεταπτυχιακό και αποφασίσαμε να μείνουμε μαζί όταν βρήκαμε δουλειές στην ίδια περιοχή. Ο Χάρης είναι φιλικός τύπος, κοινωνικός, λιγάκι ακατάστατος αλλά καλός στις συζητήσεις, εν μέρει γι’ αυτό τον εκτίμησα. Εγώ από την άλλη, είμαι λίγο πιο «σπιτόγατος», προτιμώ το ήσυχο περιβάλλον στο τέλος της ημέρας — κυρίως μετά τη δουλειά όταν θέλω να διαβάσω ή απλά να αράξω στον καναπέ με μουσική.

Από το πρώτο κιόλας μήνα αποδείχθηκε πως ο καθένας μας είχε πολύ διαφορετικές συνήθειες. Εγώ μέχρι τις 12 ήθελα να ησυχάσουμε. Ο Χάρης αντίθετα, αγαπάει τις αυθόρμητες επισκέψεις, τα χαλαρά ποτά με φίλους και γενικώς να μπαίνει και να βγαίνει κόσμος από το σπίτι, ακόμα και καθημερινές. Επειδή είχα περάσει μια πολύ μοναχική περίοδο πριν τον συγκατοικήσω, στην αρχή η αλλαγή μου φάνηκε ευχάριστη. Δεν ξέρω πότε ακριβώς (ούτε αν ευθύνομαι μόνο εγώ), αλλά κάπου εκεί άρχισε να με ζορίζει αυτή η ατμόσφαιρα.

Ένα βράδυ Δευτέρας, είχα επιστρέψει από τη δουλειά κουρασμένος και ήθελα απλώς να διαβάσω ένα paper για το πανεπιστήμιο που ήξερα ότι έπρεπε να παραδώσω μέσα στη βδομάδα. Είχα πει στον Χάρη ότι δεν ήθελα φασαρία εκείνη τη μέρα, μου είχε απαντήσει «ναι, εννοείται» – αλλά κάπου στις 10.30 άκουσα να ανοίγει η πόρτα και να μπαίνουν τρεις φίλοι του. Δεν έγινε κανένας πανικός, έκατσαν στο σαλόνι, μιλούσαν σχετικά χαμηλόφωνα, αλλά όσο πάει και ανέβαινε η ένταση. Σκέφτηκα να το αγνοήσω, αλλά μετά από καμιά ωρίτσα είχα πονοκέφαλο από τις κουβέντες, τις μουσικές και τα γέλια. Τους παρακάλεσα να χαμηλώσουν τη φωνή και ο Χάρης το έκανε, αλλά μετά από λίγο ξέφυγε πάλι.

Το σκηνικό αυτό έγινε άλλες δύο-τρεις φορές μέσα στον μήνα, με κάποιες μικροεντάσεις. Πάντα είχα ένα τοίχο να σκουντάω: «Έλα μωρέ, ένα κρασάκι ήπιαμε». Εγώ όμως άρχισα να νιώθω πως το σπίτι δεν ήταν και τόσο σπίτι μου, όσο σπίτι των φίλων του φίλου μου. Αλλά από την άλλη, αναρωτιόμουν, μήπως ήμουν εγώ υπερβολικός; Μήπως θα έπρεπε να χαλαρώσω και να μην του «χαλάω το κέφι»;

Μετά από ένα βαρύ τριήμερο στη δουλειά, ήρθε το βράδυ της Τετάρτης που νομίζω πως έγινε η «έκρηξη». Επέστρεψα κατάκοπος, είχε βρέξει, και απλά ήθελα να φάω κάτι, να κάνω μπάνιο και να δω μια ταινία. Ανοίγω την πόρτα και βρίσκω καθισμένους στο σαλόνι τέσσερα άτομα που δεν γνώριζα καν. Τσιρίδες, μουσική στο τέρμα και ο Χάρης να μαγειρεύει μακαρονάδα. Αναρωτήθηκα αν είμαι όντως σπίτι μου. Μπήκα στο δωμάτιο, και πάλι προσπάθησα να αγνοήσω, όταν μετά από λίγο ένας από τους καλεσμένους χτύπησε την πόρτα μου για να ζητήσει ανοιχτήρι. Τη στιγμή εκείνη απλά μου γύρισε το μάτι.

Βγήκα έξω, ζήτησα ήρεμα να χαμηλώσουν τον τόνο, «ρε παιδιά έχω δουλειά αύριο», και προσπάθησα να απευθυνθώ στον Χάρη προσωπικά. Αρχικά το πήρε ελαφριά, είπε πως θα το μαζέψει λίγο, αλλά τα γέλια συνεχίστηκαν. Δεν σήκωσα φωνή, αλλά δεν άντεξα και του ξεκαθάρισα πως νιώθω ότι αγνοεί τα όρια μου εντελώς. Εκείνος εκνευρίστηκε, είπε πως το σπίτι το πληρώνουμε μισό-μισό και δεν γίνεται να του απαγορεύω να φέρνει φίλους, και πως κάθε φορά που φέρνει κόσμο εγώ γκρινιάζω και του χαλάω το κέφι. Μου είπε πως οι δικοί μου φίλοι δεν έρχονται ποτέ, πως σαμποτάρω κάθε κοινωνική δραστηριότητα, και πως δεν είναι αυτό που είχε φανταστεί όταν αποφασίσαμε να συγκατοικήσουμε.

Ένιωσα τύψεις — όντως, ποτέ δεν φέρνω φίλους, κι εγώ μένω κλεισμένος στο δωμάτιο ή διαβάζω όταν εκείνος διασκεδάζει. Από την άλλη, πίεζα τον εαυτό μου να τα ανεχτώ, επειδή δεν ήθελα να φανώ μίζερος ή «σπαστικός». Έκανα πίσω εκείνο το βράδυ, τους άφησα και απλά πήγα για ύπνο (όση ησυχία γινόταν). Την επόμενη μέρα το συζητήσαμε ξανά, λίγο πιο ψύχραιμα. Του είπα ότι αισθάνομαι ξένος στο ίδιο μου το σπίτι, και αυτός μου επανέλαβε πως νιώθει ότι κουβαλάει ένα βάρος κοινωνικής καταπίεσης όταν είναι μαζί μου.

Συμφωνήσαμε να έχουμε τουλάχιστον μία βραδιά τη βδομάδα που δεν θα φέρνει φίλους, αλλά μέχρι σήμερα νιώθω τύψεις κάθε φορά που λέω όχι ή κάνω παρατήρηση. Από την άλλη, είναι άδικο να μην μπορώ να ξεκουραστώ ή να νιώθω άβολα. Αναρωτιέμαι: εκμεταλλεύομαι κι εγώ τη θέση μου, επειδή «περνάει» το δικό μου πρόγραμμα, κι ας είναι πιο ήσυχο και λιγότερο «κοινωνικό»; Γίνομαι μίζερος ή απλώς βάζω όρια; Ο Χάρης λέει ότι δεν μπορώ να απαιτώ να ζει με τα δικά μου στάνταρ, αλλά και εγώ δεν φημιζόμουν για την υπομονή μου.

Τελικά, ήμουν εγώ ο μαλάκας της ιστορίας;

Αυτή την ιστορία μας την έστειλε ο Λευτέρης.