Δεν ξέρω καν από πού να αρχίσω με αυτή την ιστορία. Εδώ και δύο χρόνια περίπου ζούμε με τη Μαρία σε ένα δυαράκι στα Πατήσια. Εγώ είμαι 33, αυτή 29, μαζί από τα χρόνια του μεταπτυχιακού. Φτιάξαμε το σπίτι από την αρχή. Μεγάλο μέρος από τα πράγματα είναι δικά μου, αλλά και αυτή έφερε κάποια, κυρίως διακοσμητικά – αυτά που λέμε “μικροπράγματα κι όμως αλλάζουν το χώρο”. Βασικά, συγκατοικούμε ο ένας με τα κουσούρια του άλλου (ξέρετε, παλιά καρέκλα γραφείου που γέρνει, τα μπολάκια με τα κλειδιά στην είσοδο, τέτοια μικρά που δεν λείπουν σε κανένα σπίτι ανθρώπων).
Η Μαρία, γενικά, βγάζει συχνά φίλες και φίλους για καφέ – είναι πιο κοινωνική από μένα, κι αυτό μου αρέσει. Εγώ, αντίθετα, προτιμώ το σπίτι, κυρίως τα βράδια μετά τη δουλειά, θέλω να αράξω καναπέ και να δω μπάλα ή Netflix ή να παίξω κανένα παιχνίδι. Δεν της έχω απαγορεύσει να φέρνει κόσμο (μακριά από εμένα “ό,τι πω εγώ”), αλλά ρε παιδιά, είμαι και άνθρωπος που ζητάει λίγο χρόνο και χώρο μερικές φορές. Να μαι ειλικρινής, το τελευταίο εξάμηνο έχει γίνει πιο έντονο το θέμα – δύσκολη περίοδος στη δουλειά, και με τα λεφτά ζοριζόμαστε λίγο.
Λοιπόν, το θέμα ξεκίνησε ένα απόγευμα Τρίτης, πριν 2-3 βδομάδες. Επιστρέφω, ψόφιος, στο σπίτι, και βλέπω τη Μαρία με τη φίλη της, τη Στεφανία, να κάθονται στην κουζίνα. Κουβέντα χαρούμενη και δυνατή. Δεν με πείραξε αρχικά – σκέφτηκα “οκ, θα αράξω λίγη ώρα στο δωμάτιο να ηρεμήσω”. Το κάνω αυτό, αλλά μετά από σχεδόν μία ώρα, η φασαρία συνεχίζεται, μπαινοβγαίνουν για καφέδες και γέλια, δεν σταματάνε. Εν τω μεταξύ εγώ έχω ένα πονοκέφαλο του θανατά. Πάω στην κουζίνα να ζεστάνω φαγητό, τις βλέπω να έχουν απλώσει πάνω στο τραπέζι και τα τάπερ από το μεσημέρι. Δεν το λέω, τα μαζεύω μόνος μου, μου λένε “σόρι!” και γελάνε. Οκέι, δεν τους το κρατάω.
Την Παρασκευή της ίδιας βδομάδας το ίδιο και χειρότερο: έφερε τρεις φίλες της στο σαλόνι να δουν “Bachelor” (το ξέρω, έπρεπε να φύγω εξαρχής), εγώ που ήμουν για μέρες στο φούλ στη δουλειά περίμενα να αράξω. Ρώτησα αυθόρμητα, μήπως είχαν συνεννοηθεί κι αν το ήξερα εγώ; Μου είπε “στο ’χα πει, στο είχα ξαναπεί, το είχαμε πει την προηγούμενη εβδομάδα”, αλλά ειλικρινά δεν το θυμόμουν (παίζει κι αυτό). Έκατσα στο δωμάτιο, φυσικά, αλλά όλα τα δωμάτια έχουν τον ίδιο τοίχο, έβαλαν και ηχείο έτοιμο για πάρτι. Μέχρι τη μία το βράδυ ούτε να κοιμηθώ, ούτε να δω κάτι ήσυχα. Εκεί την επόμενη μέρα το έπιασα μαζί της το πράγμα, αλλά η απάντηση ήταν του τύπου: “Είναι το σπίτι μας, όχι μόνο δικό σου, έχεις και χώρο στο γραφείο σου, εγώ όλο σπίτι μου το κάνω ξενώνα για σένα και τους φίλους σου”.
Να σημειώσω ότι δεν φέρνω συχνά φίλους (άντε, κανέναν κολλητό το τρίμηνο να δούμε καμιά μπάλα), οπότε θεώρησα ότι κάπου υπερβάλλει. Από την άλλη έχει δίκιο, παλιότερα είχε πει να μην το κάνουμε σπίτι-μουσείο, και στο τσακ ωρες’ ωρες νιώθω κι εγώ σνόμπ. Μετά και από δυο μέρες που συνέχισα να “γκρινιάζω” (όπως αυτή το είπε), έσκασε το θέμα. Τον Σαββατοκύριακο που πέρασε, είχα τρομερό hangover και πονοκέφαλο, χρειαζόμουν το σπίτι ήσυχο. Της είχα πει, “Μπορείς αυτή τη φορά να το αποφύγεις; Νιώθω χάλια, θέλω να μείνω μέσα λίγο ήρεμος.” Αυτή το δέχτηκε αρχικά, μου λέει “OK, αν θες να μείνουμε οι δυο μας, δεν καλώ κόσμο.” Όντως, έτσι έγινε το Σάββατο.
Την Κυριακή – ενώ εγώ ακόμα κοιμόμουν και είχα τρελή ανάγκη για ησυχία – ξυπνάω και ακούω φασαρία στην κουζίνα. Βγαίνω, και βλέπω τη Στεφανία πάλι (αυτή φαίνεται παντού!), μαζί με ένα ακόμη φίλο τους να ετοιμάζουν brunch. Έπαθα. Δεν είπα τίποτα μπροστά τους. Μπήκα στο δωμάτιο, κι έκλεισα την πόρτα. Μετά από κάνα δίωρο (ίσως τρεις ώρες), η Μαρία ήρθε να μου αφήσει καφέ. Είχα δαγκώσει τα χείλη μου ν’ αντέξω, τελικά το ξέσπασα: “Είχα ανάγκη να μείνω ήσυχος. Μπορούσες να βγεις για καφέ, έστω έξω από το σπίτι”. Εκεί άρχισε ο μεγάλος τσακωμός. Εκείνη μου είπε ότι είχε κανονίσει το ραντεβού μέρες πριν και το είχε ξεχάσει – δεν ήθελε να το ακυρώσει για τελευταία στιγμή, και αφού κοιμόμουν, πίστευε πως δε θα ενοχλούσα. Εγώ είπα πως μου “πατάει τα όρια” ακόμα και όταν της εξηγώ πώς αισθάνομαι.
Τις επόμενες μέρες, το κλίμα πάγος. Πάλι αφήνω υπόνοιες (“είσαι εγωιστής/είμαι εγωιστής;”), εκείνη μιλάει περί guilt-tripping, εγώ την κατηγορώ ότι δεν ακούει τις ανάγκες μου, αυτή λέει ότι δεν υπολογίζω το δικαίωμά της να χαρεί το σπίτι της. Ούτε εκείνη είναι τέλεια, συχνά απλώνεται, αφήνει πράγματα, είναι δυναμική μέσα στο χώρο – αλλά και εγώ, δηλαδή, δεν είμαι πάντα ξεκάθαρος. Δεκτό.
Το σκέφτομαι μέρες και με τρώει. Ξέρω ότι το σπίτι είναι και των δυο μας – αλλά δεν είναι η πρώτη φορά που δεν νιώθω χώρος, μα και πάλι, μήπως η Μαρία έχει δίκιο; Να κάνω κι εγώ υπομονή; Μπορεί απλά να ήμουν υπερβολικός λόγω της φάσης μου, ή όντως πέρασε τα όρια; Από την άλλη, η Μαρία μπορεί να μην καταλαβαίνει ότι όταν έχεις περάσει ζόρι, είναι σημαντικό να κρατήσεις λίγο ησυχία και χώρο για εσένα. Τελικά κι οι δυο έχουμε λογικά επιχειρήματα.
Οπότε ρωτάω ειλικρινά: Ήμουν εγώ ο μαλάκας της ιστορίας;
Αυτή την ιστορία μας την έστειλε ο Νάσος.