AITA STORIES – Ο κολλητός που ξέχασε ποιος τον στήριξε στα δύσκολα

Λοιπόν, είμαι ο Παναγιώτης, είμαι 33 και η ιστορία μου αφορά τη σχέση μου με τον κολλητό μου, τον Μάκη. Φίλοι από το πρώτο έτος στη σχολή, σχεδόν αδέλφια. Κάναμε πολλά όνειρα μαζί, έχουμε περάσει χαρές, χωρισμούς, πανηγύρια, δουλειές, ακόμα και διακοπές σε όλο το Αιγαίο. Όλα φαίνονταν φυσιολογικά, μέχρι που τα τελευταία δύο χρόνια άρχισα να νιώθω πως κουβαλάω μια επιπλέον ευθύνη‐κάτι σαν βάρος το οποίο με τον καιρό άρχισε να με πνίγει.

Ο Μάκης, χωρίς να το πω με άσχημο τρόπο, πάντα ήταν λίγο πιο “άνετος” από μένα με τα οικονομικά του. Κλασικός τύπος που μπορεί να επιλέξει να μην πληρώσει το ρεύμα της ΔΕΗ για να πάει ένα weekend στο Πήλιο. Εγώ ήμουν κάπως πιο συντηρητικός – είχα μάθει να κάνω προϋπολογισμό, να βάζω λεφτά στην άκρη για δύσκολες στιγμές κλπ. Μέχρι εδώ, δεν υπήρχε μεγάλο θέμα μεταξύ μας. Εξάλλου τα ποτά ή τα φαγητά τα πηγαίναμε ρεφενέ όποτε χρειαζόταν.

Τα πράγματα άρχισαν να ζορίζουν πέρυσι. Ο Μάκης απολύθηκε από τη δουλειά του και πέρασε ένα διάστημα που είχε στριμωχτεί πολύ. Ειλικρινά, τον λυπήθηκα. Τον βοήθησα όσο μπορούσα – του έδινα δουλειές από την εταιρεία μου, του δάνεισα λεφτά για το νοίκι, ακόμα και το σούπερ μάρκετ κάναμε μαζί και τα πλήρωνα εγώ. Ούτε που το σκέφτηκα τότε – ένιωθα υποχρέωσή μου, φίλοι είμαστε.

Ρόδα είναι όμως και γυρίζει… Ο Μάκης τελικά βρήκε μια δουλειά σε ένα καλό γραφείο και μάλιστα του πηγαίνει μια χαρά τώρα. Τελευταίους πέντε μήνες έχει φτιάξει κάπως τα οικονομικά του – σίγουρα βγάζει καλά λεφτά, το λέει και μόνος του. Πράγμα καλό, χαίρομαι ειλικρινά. Αλλά εδώ ξεκινάνε και τα δικά μου προβλήματα.

Τις προάλλες βγήκαμε για φαγητό με μια μεγάλη παρέα – ο καθένας είχε φέρει φίλους, ήταν γύρω στα 12 άτομα. Ο Μάκης ήταν το κέντρο της παρέας – γελούσε, έλεγε ανέκδοτα, φώναζε σφηνάκια για όλους. Μετά το φαγητό, έρχεται ο λογαριασμός και φυσικά σηκώνει το χέρι “εγώ πληρώνω, παιδιά”. Εκεί κάπως ένιωσα παράξενα – ήμουν ο πρώτος που του είχε δώσει χείρα βοηθείας, και τώρα ούτε μια χειρονομία, σαν να ξεχάστηκαν όλα τόσο εύκολα.

Πήγα να του πω κάτι, να του θυμίσω που του είχα σταθεί, ίσως να ακούστηκε άσχημο, αλλά δεν άντεξα: “Ρε Μάκη, εμένα όμως ξεχνάς να κεράσεις που πλήρωσα φέτος τα μισά σου έξοδα”. Εκείνη την ώρα έγινε ησυχία στο τραπέζι, με κοίταξαν όλοι. Αυτός γέλασε άβολα και είπε “Ρε Παναγιώτη, μην τα λες έτσι, φίλοι είμαστε, αυτά δεν τα μετράμε μεταξύ μας”. Το κλίμα ψιλοπάγωσε. Μια κοπέλα δίπλα μου μου είπε πως δεν ήταν δίκαιο να του χαλάσω την “χειρονομία” του και πως τελικά αν ήμουν πραγματικός φίλος έπρεπε να χαίρομαι που τα κατάφερε, όχι να του κρατάω λογαριασμούς.

Αλήθεια, εκείνη την ώρα ντράπηκα. Δεν ήθελα να τον κάνω να νιώσει αχάριστος ή να τον ταπεινώσω. Απλώς, μου βγήκε αυτό το παράπονο. Έφυγα νωρίτερα από το τραπέζι με τη δικαιολογία πως είχα δουλειά πρωί, αλλά μέσα μου ένιωθα ότι χαλάρωσε το νερό…

Για λίγες μέρες δεν μιλήσαμε πολύ. Εγώ απέφευγα να του στείλω, αυτός το ίδιο. Τελικά βρεθήκαμε για έναν καφέ μόνοι μας. Μιλάμε λίγο αμήχανα, και του είπα ότι απλά ένιωσα παραγκωνισμένος. Είπε ότι καταλαβαίνει, αλλά ότι δεν θα ήθελε να νιώθει πως του κρατάω λογαριασμούς για τη φιλία μας. Μάλιστα, είπε ότι αν χρειάζομαι λεφτά ή οτιδήποτε, να του μιλήσω ανοιχτά, αλλά να το κάνουμε μεταξύ μας και όχι μπροστά σε άλλους. Εγώ μέσα μου συμφώνησα, αλλά και πάλι, ένιωσα άσχημα – γιατί να μην υπάρχει μια κόκκινη γραμμή μεταξύ βοήθειας και αξιοπρέπειας;

Και αναρωτιέμαι… Εγώ έκανα ό,τι ήθελα τότε που τον βοηθούσα, κανείς δεν μου το ζήτησε, το έκανα επειδή ήθελα να σταθώ δίπλα του. Μήπως τελικά ήθελα λίγη αναγνώριση και δεν το παραδέχομαι στον εαυτό μου; Μήπως έγινα εγωιστής τη στιγμή που του χάλασα αυτή τη “μεγάλη στιγμή”; Και έχει δίκιο όσους λένε ότι στη φιλία δεν μετράμε ευρώ και υποχρεώσεις; Ή μήπως απλώς δεν αντέχω εγώ την αχαριστία ή αυτό το “να μην το συζητάμε” σαν να μη συνέβη τίποτα;

Με προβληματίζει κι άλλο κάτι – εγώ αν βρισκόμουν στη θέση του αφότου ορθοπόδησα, θα είχα κάνει κίνηση να “επιστρέψω” τις παλιές χάρες. Για να είμαι δίκαιος, ο Μάκης δεν απέφυγε το θέμα εντελώς. Μου ζήτησε συγγνώμη αν με έκανε να νιώσω εκτός. Ίσως φταίει που δεν μπορούμε οι άντρες να μιλάμε άμεσα για τέτοια θέματα χωρίς να ντραπούμε.

Από τότε ως σήμερα τα πήγαμε πάλι καλά – αν και η σχέση μας ίσως άλλαξε λίγο. Δεν ξέρω αν έχει περάσει στα ψιλά γράμματα ή αν μέσα μας μετράμε διαφορετικά, αλλά με ιντριγκάρει αυτή η γραμμή ανάμεσα στο “βοηθάω γιατί αγαπάω” και στο “περιμένω να το θυμηθείς”.

Αντίστροφα, όταν έπρεπε εγώ να βοηθήσω τον Μάκη, το έκανα χωρίς να ζητήσω τίποτα πίσω. Αλλά στα αλήθεια, μετά ήθελα να το αναγνωρίσει έστω; Ήθελα να κάτσει να με κεράσει μια μέρα για “να είναι ίσα”; Μήπως είμαι υπερβολικός; Από την άλλη, αν δεν πεις ποτέ τι νιώθεις, μένει πάντα μέσα σου και σαπίζει.

Δεν ξέρω αν ήμουν απόλυτος, ή αν έδωσα παραπάνω σημασία απ’ ό,τι έπρεπε. Μπορεί και να τα πήρα προσωπικά επειδή εγώ έτσι λειτουργώ. Οι άλλοι στην παρέα με κοιτούσαν περίεργα, ίσως επειδή “το’ κανα θέμα”. Κι ο Μάκης με έκανε να νιώσω λίγο μικρός με αυτά που είπε μετά.

Γι’ αυτό ρωτάω: Ήμουν εγώ ο μαλάκας της υπόθεσης;

Αυτή την ιστορία μας την έστειλε ο Παναγιώτης.