AITA STORIES – Ο Δημήτρης, ο Βασίλης, η Ελένη και οι «δημοκρατικές» αποφάσεις στην παρέα

Δεν έχω ξαναγράψει ποτέ κάτι στο Reddit και, αν είμαι ειλικρινής, νιώθω λίγο αμήχανα με όλο αυτό. Αλλά μετά το τελευταίο σκηνικό που έγινε με μένα και τον κολλητό μου τον Βασίλη, έχω κολλήσει άσχημα. Δεν ξέρω αν έχω δίκιο να νιώθω όπως νιώθω ή αν απλά λέω μαλακίες… Οπότε, είπα να γράψω εδώ, μήπως κάποιος απ’ έξω δει τα πράγματα καθαρότερα.

Λοιπόν, εγώ είμαι 34, ο Βασίλης 36. Είμαστε φίλοι απ’ το λύκειο. Ξέρετε, από εκείνες τις φιλίες που μπορεί να χαθείς και δύο-τρεις βδομάδες αλλά όταν μιλάτε είναι σαν να μην πέρασε ούτε λεπτό. Τα τελευταία χρόνια βρισκόμαστε σταθερά για μπύρα, καμιά βόλτα ή ταινία, τα κλασικά μεγάλοι πια, χωρίς πολλά έξαλλα. Μένουμε και κοντά ο ένας στον άλλο, οπότε πριν έξι μήνες μπήκε και στη ζωή μου η Ελένη, η κοπέλα του. Πολύ αγαπητός άνθρωπος, συμπαθής, ομολογουμένως πιο εκδηλωτική από εμάς που είμαστε λίγο της «ίσιας γραμμής».

Το θέμα ξεκίνησε πριν δύο μήνες, όταν πήγαμε όλοι μαζί εκδρομή ένα Σαββατοκύριακο στη Χαλκίδα, μια παρέα πέντε άτομα. Εγώ, ο Βασίλης, η Ελένη, ο Αντώνης (ας πούμε ο «σπάστης» της παρέας) και η Μαρία. Όλα στην αρχή κυλούσαν τέλεια. Μου έκανε εντύπωση όμως που κάθε φορά που πρότεινα κάτι – φαγητό, παιχνίδι, διαδρομή – η Ελένη το έβγαζε… «democratic». Τύπου, «Να ψηφίσουμε παιδιά;», «Τι λέτε οι υπόλοιποι;». Δεν είναι παράλογο, αλλά εμένα πάντα με έπιανε μια αντίδραση, ένιωθα ότι μερικές φορές το έκανε για να με «κοντράρει».

Το peak έγινε το βράδυ του Σαββάτου, που θέλαμε όλοι να παραγγείλουμε φαγητό, και εγώ, επειδή νιώθω ευθύνη όταν είμαι σε πιο οργανωτικό ρόλο, είχα ήδη βρει μια πιτσαρία καλή. Πετάω λοιπόν, «Να πάρουμε απ’ το “Bella Notte”; Έχει καλές κριτικές!». Εκεί, η Ελένη με ένα χαμόγελο μου λέει «Ας το συζητήσουμε και να μην αποφασίζει ένας», και γελάει. Όλοι γελάνε, χαλαρή η ατμόσφαιρα, αλλά εγώ μέσα μου το πήρα λίγο πιο βαριά. Έκανα να μιλήσω, αλλά ένιωσα ότι θα φανώ μη συνεργάσιμος κι έκανα πίσω. Τελικά παραγγείλαμε απ’ όπου πρότεινε ο Αντώνης (στο τέλος συμφώνησαν οι περισσότεροι μαζί του), αλλά η δική μου «πρόταση», που λέει ο λόγος, πήγε περίπατο.

Όλο το Σαββατοκύριακο, όποτε πρότεινα κάτι, τέτοια φάση: «Να το συζητήσουμε, να αποφασίσουμε όλοι μαζί». Φαινομενικά κανείς δεν διαφώνησε ποτέ μαζί μου έντονα, ούτε ένιωσα να με απορρίπτουν επίτηδες – αλλά είχα την αίσθηση ότι η Ελένη κάπως το ξεκίνησε και μετά πήγε… «γραμμή».

Όταν επιστρέψαμε Αθήνα, κρατήθηκα ήρεμος για λίγο. Δεν ήθελα να κάνω θέμα από το τίποτα. Με τον Βασίλη συζητούσαμε όπως συνηθίζουμε και μετά από καιρό, σ’ ένα χαλαρό βράδυ, έπιασα το θάρρος να το αναφέρω. Του είπα με τα λόγια μου πώς ένιωσα: «Ρε, νιώθω ότι κάθε φορά που πρότεινα κάτι, ακυρωνόμουν με χαμόγελο από την Ελένη. Σαν να μη χωράει δική μου άποψη στην παρέα». Ο Βασίλης πρώτα το πήρε στο χαβαλέ. «Έλα μωρέ, απλά είναι εκδηλωτική, γουστάρει να περνάει καλά και να ακούγονται όλοι». Μετά μου είπε κιόλας πως αυτή ένιωθε ότι εγώ πάω να χώνω πάντα τις αποφάσεις μου, χωρίς να κοιτάω τι λένε οι άλλοι. Ξεκίνησε να μου φέρνει παραδείγματα, όχι μόνο απ’ τη Χαλκίδα αλλά κι από πριν, ότι όποτε συντονίζουμε κάτι, είμαι «ο αρχηγός» – κάτι που ποτέ δεν το έχω δει έτσι. Εγώ το κάνω γιατί κανείς άλλος δεν ρίχνει ιδέες, ή τραβάει απόφαση όταν κολλάει η παρέα.

Παραδέχομαι ότι κάποιες φορές γίνομαι επίμονος, ίσως και λίγο ξεροκέφαλος. Είμαι της φάσης «πάμε να γίνει, δεν έχουμε χρόνο να λέμε πολλές κουβέντες». Αλλά δεν νομίζω να έχω αγνοήσει ποτέ κανέναν επίτηδες. Πιο πολύ κάνω προτάσεις για να μην κολλάμε, παρά για να τις επιβάλλω.

Τις επόμενες μέρες, το’ βαλα στο μυαλό μου και το σκέφτηκα. Ίσως έκανα το λάθος και κολλάω πολύ στις δικές μου ιδέες. Από την άλλη, η Ελένη πρόσφατα μπήκε στην παρέα, οπότε σκέφτηκα μήπως θέλει να φτιάξει δυναμική πιο δίκαιη, να μη νιώθει outsider. Το καταλαβαίνω απόλυτα – και την πάω γενικά, παρότι διαφέρουμε. Αλλά… εκείνο το βράδυ με την πίτσα, ενώ φαινόταν χαριτωμένη η φάση, εμένα μέσα μου κάτι στράβωσε. Μπήκα σε μια διαδικασία να σκέφτομαι ότι με ακύρωναν λίγο. Αυτό με χάλασε.

Να σημειώσω εδώ ότι δεν έχω μιλήσει άσχημα, ούτε ύψωσα φωνές, ούτε πήγα παραπάνω τη συζήτηση. Απλά το κρατούσα μέσα μου, σκεφτόμουν αν υπερβάλλω ή αν ρεαλιστικά όντως κάποιες φορές με βάζουν στην άκρη επειδή, έστω και άθελά μου, είμαι ενοχλητικός. Ούτε εγώ δεν ξέρω πια. Έχω δει να την πατάω κι άλλες φορές επειδή παίρνω το ρόλο του οργανωτικού στα σοβαρά, αλλά επίσης έχω ακούσει πολλές φορές «αν δεν σήκωνες το τηλέφωνο, ακόμη εκεί θα ήμασταν!».

Αυτή η δυσκολία μου να καταλάβω αν φταίω, με τρώει. Με τον Βασίλη, απ όσο κατάλαβα, δεν άλλαξε κάτι σοβαρό – αν και σίγουρα γίνεται διαφορετική κουβέντα τώρα. Με την Ελένη, νιώθω ότι υπάρχει ένα αμήχανο παγωμένο χαμόγελο κάθε φορά που βρισκόμαστε.

Το ερώτημά μου είναι: Επειδή ένιωσα ότι με ακυρώνουν και επειδή το είπα ευθέως στον Βασίλη, χωρίς όμως να μιλήσω και μαζί της για να τα βρούμε, ήμουν εγώ ο μαλάκας της υπόθεσης; Δηλαδή, μήπως υπερβάλλω και είμαι υπερβολικά εγωκεντρικός; Ή τελικά είχα λόγο να αισθανθώ έτσι; Πολύ θα ήθελα να δω πώς το βλέπει κάποιος απέξω.

Αυτή την ιστορία μας την έστειλε ο Δημήτρης.