AITA STORIES – Ο Αντρέας, ο καναπές και το αν είμαι ο «γκρινιάρης» στο ίδιο μου το σπίτι

ΟΚ, θα σου πω λίγο την ιστορία όπως ακριβώς έγινε, επειδή πραγματικά δεν ξέρω αν φέρθηκα εντάξει ή αν ήμουν απόλυτα άδικος. Μήπως ήμουν ο μαλάκας της υπόθεσης και δεν το καταλαβαίνω.

Λοιπόν, είμαι 33 και ζώ στην Αθήνα με τον σύντροφό μου τον Νίκο, κάπου κοντά στα Εξάρχεια. Είμαστε μαζί τρία χρόνια, συγκατοικούμε τους τελευταίους δεκαπέντε μήνες κι έχουμε κάνει μια σχετική ρουτίνα, χωρίς όμως να βαριόμαστε. Ο Νίκος είναι πιο χαλαρός από μένα σε κάποια θέματα, ειδικά με φιλίες και παρέες, ενώ εγώ μερικές φορές θέλω περισσότερο χώρο και ησυχία. Το λέω από την αρχή, γιατί είναι βασικό στο πώς έγινε η φάση.

Στην παρέα του Νίκου υπάρχει ο Αντρέας. Τον ξέρω και θα έλεγα τον συμπάθησα, στην αρχή τουλάχιστον. Ο Αντρέας είναι απ’ αυτούς τους τύπους που (πώς να το πω;) είναι πάντα κάπου, εμφανίζεται συχνά απρόσκλητος, δεν έχει κακές προθέσεις, αλλά διαισθάνεσαι μια ενέργεια «να γίνουν όλα όπως θέλω εγώ». Συν ότι, καπνίζει φουλ μέσα στο σπίτι (ενώ έχουμε πει να μην καπνίζεται εντός) και φέρνει όλο το χάος μαζί του, σα να του χρωστάμε φιλοξενία. Τρεις, τέσσερις φορές τον τελευταίο μήνα βρέθηκα να πλένω ποτήρια και να σκουπίζω στάχτες μετά που έφυγε, ενώ όταν το αναφέρω στον Νίκο μου απαντάει κάτι τυπικό «Έλα μωρέ, είναι μια στο τόσο, φίλος μου είναι».

Το θέμα ξεκίνησε ένα Σάββατο βράδυ, όπου ο Αντρέας εμφανίστηκε λίγο μετά τις έντεκα, χωρίς προειδοποίηση. Εγώ ήμουν ήδη φορτωμένος με δουλειές όλη τη μέρα, ήθελα να πέσω για ύπνο και είχα πει στον Νίκο – ξεκάθαρα – ότι το ΣΚ θέλω λίγο να χαλαρώσουμε μόνοι μας, γιατί νιώθω πνιγμένος από δουλειές και υποχρεώσεις. Δεν έχω πρόβλημα με τον οποιονδήποτε φίλο, αλλά το να έρχεται κάποιος χωρίς να ξέρεις, μέρα νύχτα, και να πιάνει τον καναπέ σου ακόμα και όταν νυστάζεις, με ξεπερνάει.

Χτυπάει λοιπόν το κουδούνι, ανοίγει ο Νίκος πριν προλάβω να πω λέξη, βλέπω τον Αντρέα με τα γνωστά του κέφια, αγκαλιές, σα να μπήκε σπίτι του. Είχε φέρει και τυρόπιτες (δήθεν για το χαβαλέ, αλλά μέσα σε αλουμινόχαρτο, που σημαίνει ότι είχε σκοπό να κάτσει ώρα). Πιάνει αμέσως την κουζίνα, ανοίγει μαζεμένα κουτάκια μπίρας απ’ αυτές που είχα αγοράσει για μένα και νιώθω σαν να γίνεται πάρτυ χωρίς εμένα, κι εγώ είμαι απλά θεατής στο ίδιο μου το σπίτι.

Δεν είπα τίποτα στην αρχή, μπήκα στο δωμάτιο δήθεν να τακτοποιήσω κάτι, μήπως κι ο Νίκος καταλάβει το νόημα. Αλλά τίποτα. Κάνα δεκάλεπτο μετά ακούω φασαρία, ο Αντρέας είχε ανεβάσει τον ήχο της τηλεόρασης για να δει ένα ματς, ενώ εγώ ήμουνα πτώμα και με είχε ξεκουφάνει. Πήγα μέχρι το σαλόνι, σοβαρά και ήρεμα (τουλάχιστον αυτό προσπάθησα), του λέω: «Μπορούμε να χαμηλώσουμε λίγο; Κουράστηκα όλη μέρα και θέλω λίγο ηρεμία». Αυτός χαμογέλασε και μου απάντησε, με τον δικό του χαβαλετζίδικο τρόπο: «Άντε καλέ, ρίξε ένα χαμόγελο, Σάββατο βράδυ είναι». Δεν το επέκτεινα στη φάση εκείνη, αλλά ήδη ένιωθα ότι περνούσα για «ο γκρινιάρης», μπροστά και στον Νίκο που ήταν τέρμα chill.

Το αποτέλεσμα ήταν να μείνω άλλη μία ώρα ξύπνιος, επειδή καπνίζανε ανοιχτά παράθυρα μεν, αλλά όλη η μυρωδιά είχε ποτίσει. Έφτασα στο σημείο να βγω στο μπαλκόνι τάχα να πάρω αέρα, επί της ουσίας για να ηρεμήσω και να σβήσω τα νεύρα μου. Όταν τελικά ο Αντρέας έφυγε κατά τις 2.30, το σπίτι ήταν παντού ψιχουλάκια, κουτιά και ένα τασάκι τίγκα. Ο Νίκος τον χαιρέτησε, ήρθε μέσα γελώντας και μου πέταξε το κλασικό «Ρε, χαλάρωσε, σε λέω.»

Κάπου εκεί ήρθα σε ρήξη. Δεν άντεξα, του λέω: «Είναι σπίτι ΚΑΙ δικό μου, δεν γίνεται να μην μετράει τι νιώθω, να έρχονται φίλοι σου όποτε τους καπνίσει, και μάλιστα να κάνουν ό,τι θέλουν. Πήγαινε σπίτι του να τα κάνεις αυτά». Ο Νίκος με κοίταξε σαστισμένος και απάντησε σχεδόν αμυντικά: «Εντάξει τώρα, το κάνεις θέμα για ένα φίλο. Γιατί να μην είμαι ελεύθερος στο ίδιο μου το σπίτι;»

Εκείνη την νύχτα, δεν κοιμηθήκαμε μαζί: εγώ πήγα στον καναπέ με τα νεύρα μου, εκείνος έβαλε ακουστικά και «έκλεισε». Την επόμενη μέρα είχαμε κρύο κλίμα. Ξαναπιάσαμε κουβέντα και, αν και εξήγησα ότι το θέμα μου δεν είναι ο Αντρέας προσωπικά, αλλά το ότι με κάνει να νιώθω άβολα να ζω σε ένα σπίτι που δεν έχω ουσιαστικό λόγο για το ποιος έρχεται και πώς φέρεται όταν έρχεται. Ο Νίκος θεώρησε υπερβολική την αντίδρασή μου, μου είπε ότι παραείμαι αυστηρός, πως η ζωή δεν είναι όλα με πρόγραμμα και ότι «έτσι είναι οι φιλίες». Με ρώτησε αν με ενοχλεί μόνο ο Αντρέας ή θα κάνω θέμα και για άλλους φίλους του, αν έρθουν «για ένα ποτό».

Εγώ δε δηλώνω πως είμαι τέλειος. Ίσως και να μπορούσα να συζητήσω πιο χαλαρά, να εξηγήσω καλύτερα, να δείξω περισσότερη κατανόηση και να μην το κρατήσω μέσα μου μέχρι να ξεσπάσω. Από την άλλη όμως, δεν θεωρώ ότι φέρθηκα υπερβολικά – ήθελα λίγο να προφυλάξω την ηρεμία μου στο ίδιο μου το σπίτι, να νιώθω ότι υπάρχω στον χώρο μου, και ότι δεν με πιέζει κανείς να υπομένω καταστάσεις που με νευριάζουν ή με κάνουν να νιώθω ξένος. Από τότε, κάθε φορά που φέρνει λόγο να έρθει ο Αντρέας, σχεδόν νιώθω στην τσίτα.

Συνοψίζοντας, δεν ξέρω αν πραγματικά έχασα το μέτρο, αν ήμουν πολύ άκαμπτος, ή αν απλά ζήλεψα λίγο την χαλαρότητα του Νίκου και το ότι τα αφήνει όλα να κυλάνε (και με γράφει σε κάποια θέματα). Θεωρείτε ότι ήμουν ο μαλάκας της ιστορίας επειδή ήθελα περισσότερο σεβασμό ή όντως έκανα θέμα με το παραμικρό;

Αυτή την ιστορία μας την έστειλε ο Πέτρος.