Θα προσπαθήσω να σας εξηγήσω την κατάσταση όσο πιο ψύχραιμα γίνεται, γιατί πραγματικά νιώθω διχασμένος για το αν έφταιξα τελικά εγώ ή όχι.
Εδώ και πέντε χρόνια μένω σε μια μικρή πολυκατοικία (μόλις έξι διαμερίσματα), σε μια ήσυχη γειτονιά της Αθήνας. Είμαστε όλοι νέοι άνθρωποι, ο καθένας στο χώρο του, αλλά μοιραζόμαστε κοινόχρηστη ταράτσα που πολλές φορές λειτουργεί σαν κανονική αυλή: ανάβουμε ψησταριές, πίνουμε κάνα κρασί, χαλαρώνουμε μετά τη δουλειά.
Ο βασικός πρωταγωνιστής της ιστορίας, εκτός από μένα, είναι ο Μάρκος. Ο Μάρκος ήρθε πριν δύο χρόνια, γυμναστής στο επάγγελμα, πολύ άνετος τύπος, αλλά με κάποιες ιδιοτροπίες – που μάς τις έχει φέρει κάποιες φορές λίγο βαριές. Τον πρώτο καιρό προσπάθησε πολύ να κοινωνικοποιηθεί, κανόνισε ακόμα και μια μικρή γιορτή στους κοινόχρηστους για όλους εμάς, είμαι ο πρώτος που τα εκτίμησα αυτά.
Τον τελευταίο όμως χρόνο, έχει βάλει στο μυαλό του να φροντίζει κάποιες γατούλες της γειτονιάς – και όχι απλά να τις φροντίζει: να τις ταΐζει στην ταράτσα, να τους φτιάχνει μικρές γωνιές με μαξιλαράκια, να τις ανεβάζει πάνω στα τραπέζια και να βγαίνουν όλες μαζί για… παρέα! Δεν έχω θέμα γενικά με τα ζώα, ίσα ίσα – προτιμώ γάτες. Όμως η ταράτσα, κακά τα ψέματα, άρχισε να έχει μόνιμα τρίχες, τροφές πεταμένες, κουράδες κλπ – και ήταν σχεδόν αδύνατο να καθίσεις να φας ή να κάνεις κάτι κανονικά.
Κάποια μέρα, εκεί που πίνω καφέ με δύο γειτονικές φίλες μου, η μία κάθε τόσο φτερνίζεται τρελά. Μου λέει: “Χάρη μου (εγώ είμαι ο Χάρης), έχω αλλεργία στις γάτες, ή θα αρχίσω να κουβαλάω παντού αντιαλλεργικά, ή θα σταματήσω να έρχομαι.” Της λέω: “Πες το ευθέως στον Μάρκο.” “Ε, ντρέπομαι μωρέ”, μου λέει. Ξέρω πως και άλλοι δυσανασχετούν, αλλά μάλλον κανείς δεν θέλει να χαλάσει σχέσεις. Οι υπόλοιποι νέοι το θεωρούν κάπως γραφικό, αλλά κανείς δε θέλει να του τη “πει” στα ίσια.
Τρεις εβδομάδες μετά, κανονίζουμε (όλοι μαζί στην πολυκατοικία) ένα σουβλάκι και μπύρες στην ταράτσα Παρασκευή βράδυ. Πηγαίνω νωρίτερα να ετοιμάσω το τραπέζι και βλέπω δύο γάτες να πατάνε πάνω στα τραπέζια, τρίχες παντού, κεσεδάκια με βρεγμένο φαγητό μισοπεταμένα, και δύο μαξιλάρια με κάτι μυστηριώδεις λεκέδες. Ξενερώνω απίστευτα. Κατεβαίνω, τον πετυχαίνω: “Ρε Μάρκο, πώς θα κάνουμε μάζωξη με τέτοια κατάσταση; Δεν είναι μόνο θέμα υγιεινής, έχεις και αλλεργικούς εδώ μέσα. Κάπως πρέπει να το μαζέψουμε όλο αυτό.” Και εκείνος, αντί να πει “Οκ, συγνώμη μωρέ, να καθαρίσω καλύτερα”, θίχτηκε τρελά: “Δηλαδή οι γάτες σου φταίνε; Εσύ τι ζωή θες δηλαδή, αποστειρωμένη; Τα ζώα κανείς δεν τα λυπάται; Πάτε να μου στερήσετε τη μοναδική χαρά που έχω, τη φροντίδα τους;” Ειλικρινά, δεν το περίμενα έτσι.
Του εξήγησα όσο πιο ήρεμα γινόταν πως δεν έχω κανένα πρόβλημα με το να τις φροντίζει, ΙΣΑ ΙΣΑ, απλά να το κάνει σε κάποιο σημείο που δεν ενοχλεί τους κοινόχρηστους χώρους. Του είπα ότι ο μόνος λόγος που ξεκίνησα να μιλάω ήταν επειδή έβλεπα και δυο τρεις άλλους να στραβώνουν, κι επειδή ήμουν εκείνος που βρέθηκε μπροστά του. Εκείνος, ανένδοτος: “Αν θέλεις από αύριο, γράψτε το σε χαρτί να το δουν όλοι, ότι οι γάτες είναι πρόβλημα, να αποφασίσουμε δημοκρατικά!” Μπήκα κι εγώ στη λογική: “Θες να το πάμε τόσο επίσημα; Οκ, αλλά να κάνεις κι εσύ ένα βήμα πριν φτάσουμε εκεί!” Τίποτα αυτός.
Στο μεταξύ, όταν ξεκινήσαμε το σουβλάκι – μάντεψε: οι μισοί δεν ανέβηκαν καν, μία κοπέλα κάθησε πέντε λεπτά κι έφυγε επειδή έπαιρνε πνοή γεμάτη τρίχες, κι εγώ είχα μείνει μόνος με το έναυσμα να εξηγώ πώς και γιατί έγινε αυτό.
Την επόμενη μέρα βρήκα ιδιόχειρο σημείωμα στην πόρτα μου, γραμμένο από τον Μάρκο. Έλεγε μεταξύ άλλων πως “αν όλοι ήταν σαν εμένα, θα πέθαιναν τα ζώα στους δρόμους”, ότι είμαι υποκρίτης γιατί δίνω φαγητό σε γάτες κάτω από το σπίτι (όντως αφήνω κάποια περισσεύματα στα σκουπίδια), αλλά “δεν θέλω ούτε να τις βλέπω μπροστά μου όταν είμαι με τους φίλους μου”. Δεν απάντησα, ένιωσα θυμό αλλά και τύψεις.
Η γειτονιά μοιράστηκε: κάποιοι μου είπαν “μάλιστα, καλά έκανες και το είπες γιατί είχε ξεφύγει”, δύο με ρώτησαν γιατί δεν τον προστάτεψα παραπάνω (“Ο Μάρκος είναι μόνος του, του κάνουν καλό οι γάτες”), κι ένας τρίτος το τράβηξε λέγοντας “Μην είσαι αρχηγός εδώ μέσα, άσε τον καθένα να κάνει ό,τι θέλει”. Από τότε η ατμόσφαιρα είναι κάπως βαριά, και εγώ σχεδόν δεν ανεβαίνω πια στην ταράτσα, όπως και άλλοι.
Από τη μέρα που έγινε όλο αυτό, νιώθω περίεργα – δεν ξέρω αν ήμουν πραγματικά πολύ αυστηρός, ή αν απλά έπρεπε να το πω άλλιώς. Θέλω να σκέφτομαι τον εαυτό μου ως φιλόζωο, και σίγουρα δεν ήθελα να στερήσω κάτι τόσο σημαντικό από τον Μάρκο (θεωρώ όντως άσχημο να σου στερήσουν μια χαρά τέτοια), ούτε να τον κάνω να αισθάνεται “παρείσακτος”. Από την άλλη όμως, πόσο είναι “εντάξει” να χρησιμοποιεί ένας τη μισή κοινόχρηστη ταράτσα για δικιά του υπόθεση, όταν αυτό σημαίνει ότι οι άλλοι πραγματικά δεν κάθονται πια εκεί;
Αν έφταιξα, δεν ήταν ποτέ από κακία – απλά ήθελα να βρεθεί ένα μέτρο.
AITA που αντέδρασα έτσι ή μίλησα τόσο ανοιχτά; Ήμουν εγώ ο μαλάκας της υπόθεσης;
(Αυτή την ιστορία μας την έστειλε ο Χάρης.)