Είναι λίγο δύσκολο να τα γράψω όλα αυτά ψύχραιμα γιατί ακόμα νιώθω μπερδεμένος, αλλά θα προσπαθήσω. Είμαι ο Περικλής, 36. Έχω μια σχέση εδώ και 5 χρόνια με την Άννα, 33. Συμβιώνουμε το τελευταίο ενάμιση χρόνο στο δικό της σπίτι – αυτό είναι σχετικό με την ιστορία, οπότε το αναφέρω. Η Άννα είναι ανεξάρτητη, εργαζόμενη, οικονομικά άνετη και γενικά οργανωτική τύπισσα. Εγώ έχω κάπως πιο χαλαρή διάθεση για τη ζωή, κυρίως λόγω δουλειάς (γραφίστας freelance). Δεν το λέω σαν δικαιολογία, απλώς εκείνη είναι άνθρωπος του προγράμματος, εγώ όχι και τόσο.
Όλα ξεκίνησαν χαλαρά. Τους πρώτους μήνες που μετακόμισα στο σπίτι της Άννας, είχαμε θέσει κάποιους κανόνες για το νοικοκυριό. Βασικά πράγματα: μαγείρεμα, πλύσιμο, φροντίδα για τις δουλειές του σπιτιού. Η αλήθεια είναι ότι στις αρχές ήμουν πολύ ενθουσιασμένος και συμμετείχα κανονικά, ίσως και λίγο παραπάνω, επειδή ήξερα ότι μπαίνω στον χώρο της και δεν ήθελα να φανώ «σακί». Με τον καιρό όμως, και καθώς φορτώθηκαν οι δουλειές μου, άρχισα να αμελώ μερικές υποχρεώσεις, κυρίως τα πιάτα ή να αφήνω τα πράγματά μου αραδιασμένα στο γραφείο ή στον καναπέ.
Την Άννα αυτά την ενοχλούσαν και μου το έλεγε ευγενικά στην αρχή. «Περικλή, μπορείς να μαζέψεις τα ποτήρια σου πριν κοιμηθείς;», «Μην αφήνεις τα παπούτσια στη μέση». Αλήθεια το έλεγε όμορφα, δεν με έπρηζε ούτε μου φώναζε. Μια δυο φορές, εγώ της απάντησα… ας πούμε, κάπως αμυντικά, τύπου «Έλα μωρέ, αύριο θα τα μαζέψω, γύρισα πτώμα», «Κι εσύ αφήνεις μερικές φορές τα δικά σου». Συνήθως λυνόταν στο λεπτό.
Όμως τους τελευταίους μήνες ξέσπασαν πιο έντονες εντάσεις. Ξεκίνησε από μια χαζομάρα: Είχε φέρει η Άννα φίλους της για φαγητό σπίτι κι εγώ για πρώτη φορά δεν είχα προλάβει να μαζέψω το στούντιο που δουλεύω και είχε παντού δικά μου χαρτιά/μολύβια/υλικά. Την ενόχλησε, ένιωσε άσχημα μπροστά στους φίλους της κι εγώ θύμωσα που το έκανε θέμα μπροστά τους (όχι έντονα, έριξε ένα “ξέρεις ότι το σπίτι δεν είναι έτσι συνήθως” κλπ). Εκεί ξεκίνησαν να μαζεύονται παράπονα ένθεν κι ένθεν.
Εγώ αγχώθηκα – να πω την αλήθεια, ένιωσα ότι το σπίτι δεν είναι ποτέ και τόσο “δικό μου”, σαν να πατάω σε ξένα πόδια. Εκείνη υποστήριζε πως θέλει να νιώθω άνετα, αλλά πως και η ίδια είναι πιο ήρεμη όταν είναι τα πράγματα τακτοποιημένα. Κάναμε μια κουβέντα, προτείναμε να μοιράσουμε καλύτερα τις δουλειές και να βρούμε αυτό που φέρνει ισορροπία και στους δύο.
Κάπου εδώ λοιπόν άρχισε μια συνήθεια που εκ των υστέρων βλέπω πως ήταν προβληματική, όμως δεν το κατάλαβα εξαρχής – εγώ άρχισα να αποφεύγω τις αντιπαραθέσεις. Αντί να απαντάω όταν μου έλεγε κάτι (“Σήκω, βάλε τα ρούχα στο πλυντήριο”), άνοιγα το laptop, φορούσα ακουστικά, απέφευγα το βλέμμα της. Εκείνη αυξανόταν τον τόνο, εγώ αποτραβιόμουν ακόμα περισσότερο. Ένα βράδυ μου είπε: «Νιώθω πως ούτε καν ακούς αυτά που λέω». Είχα ψιλοθυμώσει γιατί θεώρησα ότι μου κάνει μάθημα, αλλά κρατήθηκα.
Το αποκορύφωμα ήταν την περασμένη εβδομάδα, όταν εγώ έλειπα ένα τριήμερο (είπαμε, χαλαρός τύπος, το κανονίσαμε τελευταία στιγμή με 2 κολλητούς), χωρίς φυσικά να το έχω συζητήσει ιδιαίτερα μαζί της – εντάξει, της είπα ότι θα φύγω, αλλά ίσως όχι εγκαίρως, δηλαδή δύο μέρες πριν φύγω. Όταν γύρισα, είχε γίνει χαμός: η Άννα είχε μία συνάντηση επαγγελματική στο σπίτι, την ίδια ώρα που εγώ είχα αφήσει έναν δίσκο με σύνεργα (χρώματα, βάζα, κάτι αφίσες) στο σαλόνι πριν φύγω. Ντράπηκε λέει με τον συνάδελφό της και ξέσπασε πάνω μου. Καβγάς.
Εγώ ένιωσα ότι δεν μπορώ πια να κάνω τίποτα σωστά. Σκέφτηκα ότι ναι μεν μένω εδώ, αλλά αν κάθε μου λάθος είναι τόσο μεγάλο θέμα… τότε μήπως δεν έπρεπε να έχω μετακομίσει εξ αρχής; Τον τελευταίο καιρό παγώνω όταν μου ζητάει να κάνω κάτι παραπάνω από τα βασικά. Από την άλλη, βλέπω πως σταδιακά και αντικειμενικά κάνω λιγότερα από αυτά που είχα πει ότι θα κάνω, χαλαρώνω όλο και περισσότερο και την αφήνω να τρέχει με το νοικοκυριό. Εκείνη νιώθει να μαζεύει τα δικά μου, σαν να είναι μάνα μου.
Μίλησα μαζί της πριν λίγες μέρες – ήταν από τις λίγες ήσυχες κουβέντες που κάναμε τελευταία. Μου είπε ότι πιστεύει πως δεν τη σέβομαι στο σπίτι της και ότι αν δεν βάλω τα δυνατά μου να αλλάξει η κατάσταση, δεν θα έχει νόημα να συζούμε. Εγώ της είπα ότι νιώθω πιεσμένος, τόσα χρόνια ζω μόνος και δεν θέλω να μεταμορφωθώ σε “σουπερ τακτικό”, αλλά θέλω να σεβαστώ το χώρο της. Άκουσα κι εγώ πράγματα που ίσως δεν ήθελα να ακούσω: ότι περνάω στο ντούκου αυτά που νιώθει, ότι κλείνομαι και αποσύρομαι κάθε φορά που δεν μου αρέσει κάτι. Δεν ξέρω καν αν αυτά μου τα βγάζει επειδή είναι απαιτητική ή αν είναι τυπικό πρόβλημα συγκατοίκησης.
Σκέφτομαι ώρες-ώρες μήπως κι εγώ είμαι ο μαλάκας. Ίσως έχω πάθει μια ελαφριά κατάθλιψη και δεν μπορώ να συντονιστώ, ίσως απλώς βαριέμαι, ίσως πάλι τα ζητήματα που βάζει η Άννα να είναι υπερβολικά. Στην παρέα μας οι μισοί μου λένε ότι πρέπει ο καθένας να κρατάει μια αυτονόμηση στη σχέση, αλλιώς πνίγεσαι, οι άλλοι μισοί ότι αν μένεις σπίτι κάποιου έχεις και κάποιες υποχρεώσεις.
Δεν ξέρω – νιώθω να τα βλέπω και τα δύο: και ότι πιέζομαι να ζήσω με απόλυτα “καθαρούς” όρους και ότι κι εγώ αφήνω αραιά και πού τη βαρεμάρα ή την αδιαφορία μου να γίνεται πρόβλημα στον άλλον.
Οπότε: Ήμουν εγώ ο μαλάκας της ιστορίας; Μήπως φέρθηκα άσχημα ή μήπως όντως ζητούνται πολλά;
Αυτή την ιστορία μας την έστειλε ο Περικλής.