AITA STORIES – Η συγκάτοικος που έγινε μόνιμη και η σχέση που άρχισε να τρίζει

Είμαι ο Νίκος, 35 χρονών, και εδώ και ενάμιση χρόνο συγκατοικώ με τη Μαρία, τη σύντροφό μου. Μένουμε σε ένα διαμέρισμα δυάρι στο Παγκράτι, που είναι αρκετά μικρό, αλλά μ’ αρέσει γιατί έχουμε φτιάξει έναν ζεστό χώρο. Επειδή κι οι δύο δουλεύουμε πολλές ώρες, έχουμε συνήθως λίγο χρόνο όταν γυρνάμε το βράδυ να βρεθούμε, να πούμε δυο κουβέντες, να μαγειρέψουμε, να δούμε καμιά σειρά – ό,τι κάνουν τα ζευγάρια δηλαδή. Αυτό χρειαζόταν λίγη προσαρμογή, αλλά γενικά τα πάμε μια χαρά… ή έτσι νόμιζα.

Πέρυσι το καλοκαίρι η Μαρία πρότεινε να καλέσει στο σπίτι μια συνάδελφό της, την Εύη, που είναι περίπου στην ηλικία μας. Μου είπε ότι περνάει δύσκολα, ψάχνει σπίτι, της έτυχαν κάτι στραβά με τον γκόμενο και δεν θέλει να μείνει ούτε στο πατρικό της – ήθελε κάπου να μείνει για κάνα δυο εβδομάδες, μέχρι να βρει τη λύση της. Εμένα, κι ας μην θα έλεγα ότι είμαι ο πιο κοινωνικός τύπος, δεν μου φάνηκε σωστό να της πω όχι. Την είχα συναντήσει μια φορά, μου είχε φανεί οκ, πώς να μην δεχτώ; Είπα “οκέι, δύο εβδομάδες, δεν χάλασε ο κόσμος”. Στην αρχή κι εγώ ήθελα να το παίξω μεγαλόψυχος. Μια κάποια αλληλεγγύη.

Οι πρώτες τρεις-τέσσερις μέρες πήγαν καλά. Η Εύη ήταν διακριτική, καθαρή, συνεννοήσιμη, το πολύ-πολύ να άφηνε καμιά πετσέτα στο μπάνιο – μηδαμινά πράματα. Φαινόταν ότι και η ίδια αισθανόταν κάπως ότι φιλοξενείται. Όμως, όσο περνούσαν οι μέρες, τα πράγματα άλλαζαν. Από τις δύο εβδομάδες, χωρίς κανείς να κάνει κάποια ιδιαίτερη συζήτηση, το διάστημα φάνηκε να παρατείνεται χωρίς ημερομηνία λήξης.

Άρχισα να αισθάνομαι άβολα. Αρχικά, γιατί το σπίτι ένιωθα ότι δεν είναι δικό μου. Μετά τη δουλειά, ήθελα να αράξω με τη Μαρία και να χαλαρώσουμε όπως κάναμε παλιά – χωρίς άλλη παρουσία. Αλλά πλέον η Εύη ήταν πάντα εκεί, ακόμα κι αν δεν ερχόταν πάντα στο σαλόνι, ήταν μια μόνιμη παρουσία. Μαγείρευε κι αυτή κάποιες φορές, χρησιμοποιούσε (δικαίως μάλλον) κοινόχρηστα πράγματα, αλλά προσωπικά ξεσυντόνισα το πρόγραμμά μου: τώρα, π.χ., δεν μπορούσα να κυκλοφορήσω όπως ήθελα, να φωνάξω, να πω μια χαζομάρα, να είμαι ελεύθερος τελοσπάντων στο σπίτι μου. Δεν είχα βέβαια το θάρρος να το πω στη Μαρία.

Το πιο δύσκολο για μένα ήταν ότι η Εύη είχε περισσότερη επαφή με τη Μαρία από όσο είχα εγώ. Καθόντουσαν μαζί με τις ώρες, μιλούσαν, ακόμα και αργά τη νύχτα, βλέπανε μαζί ταινίες, γελούσανε… Σε σημείο που ένιωθα σχεδόν ξένος στο ίδιο μου το σπίτι, και αόρατος στην ίδια μου τη σχέση. Προσπάθησα μια-δυο φορές δειλά να το θίξω, πέταξα κάτι του τύπου “πόσο θα μείνει ακόμη η Εύη;”, κι η Μαρία νευρίασε. “Είναι φίλη μου, περνάει δύσκολα, για λίγο ακόμα.” Εκεί μου πέταγε σπόντα του στυλ “αν εσύ βρισκόσουν στη θέση της δεν θα’θελες να σε φιλοξενήσει κάποιος;”.

Όσο περνούσε ο καιρός, τόσο μεγάλωνε μέσα μου μια ανεξήγητη αναστάτωση. Άρχισα να ψάχνω ευκαιρία να λείπω από το σπίτι, πήγαινα γυμναστήριο παραπάνω, πίεζα τον εαυτό μου να είμαι ψύχραιμος, αλλά δε μου έβγαινε. Ένιωθα ότι κανείς δεν νοιαζόταν για το πώς νιώθω – σαν να είμαι το τρίτο πρόσωπο. Τότε έγινα πιο απότομος (το αναγνωρίζω): άρχισα να εκνευρίζομαι με μικροπράγματα – για τα πιάτα που μέναν στον νεροχύτη, για τη χρήση του μπάνιου… Άλλες φορές στη δουλειά μου έμπαιναν σκέψεις ότι ίσως δεν είμαι αρκετά “μεγάλος” για τόσο μεγάλη συνύπαρξη, ότι ίσως είμαι ανώριμος που με ενοχλούν τόσο απλά πράγματα.

Στο μεταξύ η Εύη δεν έδειχνε να αγχώνεται να φύγει. Έβλεπα πως βολεύτηκε: έφερνε και τα πράγματά της πλέον πιο πολύ, κι εντάχθηκε κανονικά στη φάση μας, άρχισε να φέρνει φίλους, ζούσε σαν να είναι μέρος του σπιτιού. Η Μαρία έδειχνε ενθουσιασμένη, της άρεσε η παρέα, ενώ εγώ ήθελα να ανοίξει η γη να με καταπιεί. Μια βδομάδα πριν το σημείο καμπής, άρχισα να λέω στη Μαρία πιο ξεκάθαρα ότι δεν αντέχω άλλο. Εκείνη τα πήρε: “Είναι δυνατόν να κάνεις έτσι για έναν άνθρωπο που περνάει δύσκολα; Είσαι τόσο αντικοινωνικός;”. Της είπα ότι δεν αντέχω πια, πως το σπίτι μας μοιάζει Airbnb, ότι είμαστε τρεις και (…) χάνω τη γυναίκα μου. Εκεί έγινε φασαρία κανονική. Με είπε εγωιστή, ότι κοιτάω μόνο το βόλεμά μου, ότι εκείνη δείχνει χαρακτήρα κι ανθρωπιά, κι εγώ δεν μπορώ να το αντέξω λίγο παραπάνω.

Είπα λόγια που τα μετάνιωσα: ότι θέλω τη ζωή μας πίσω, ότι δεν μπορώ να ζω έτσι με τρίτα άτομα και ήρθε η ώρα να βάλουμε μια ημερομηνία στα πράγματα, γιατί νιώθω “άχρηστος στο ίδιο μου το σπίτι”. Της είπα μάλιστα πως αν δε φύγει η Εύη, να κοιτάξω να φύγω εγώ για λίγο. Φύγαμε μαλωμένοι από το σπίτι το πρωί κι όταν γύρισα το απόγευμα, η Εύη δεν ήταν εκεί, είχε μαζέψει τα πράγματά της. Η Μαρία έκανε μέρες να μου ξαναμιλήσει κανονικά, και ακόμα έχει μείνει κάτι μεταξύ μας. Μου είπε (λίγες μέρες μετά) ότι με θεώρησε “μικρόψυχο”, κι ότι η εικόνα της για μένα άλλαξε.

Ξέρω ότι δεν είμαι τέλειος κι ότι δύσκολα διαχειρίζομαι αλλαγές και παραβίαση του προσωπικού χώρου. Προσπάθησα, αλλά ένιωσα πραγματικά να με προσπερνάνε. Μήπως έφτασα να γίνω σκληρός ή εγωιστής, κι έβαλα το “δικό μου” πάνω απ’ όλα; Ή θα έπρεπε να αντέξω κι άλλο, να κάνω αυτό το βήμα πίσω για χάρη άλλου ανθρώπου;

Ήμουν εγώ ο μαλάκας της ιστορίας;

Αυτή την ιστορία μας την έστειλε ο Νίκος.