Θα προσπαθήσω να σας τα πω χωρίς υπερβολές, γιατί πραγματικά είμαι μπερδεμένος και έχω τύψεις, αλλά κάποιες φορές νιώθω πως έκανα το μόνο που μπορούσα.
Λοιπόν, είμαι ο Θανάσης, 34 χρονών, και εδώ και πέντε χρόνια μένω με την κοπέλα μου, τη Λένα, σε ένα δυαράκι στο Παγκράτι. Αναφέρω ότι μένουμε μαζί γιατί ίσως και σε αυτό υπάρχει πρώτη κόντρα, μια που η Λένα δουλεύει από το σπίτι (freelance ψηφιακό μάρκετινγκ), ενώ εγώ δουλεύω γραφείο, 9 με 5, σε μικρή εταιρεία. Αυτό σημαίνει ότι σε καθημερινή βάση το σπίτι είναι… το γραφείο της και μετά τις πέντε, αυτόματα, γίνεται και δικό μου.
Το θέμα μου ξεκίνησε εδώ και 4-5 μήνες, όταν η αδελφή της Λένας, η Νατάσα, αποφάσισε να μετακομίσει μόνιμα Αθήνα και μέχρι να βρει να νοικιάσει μόνη της, φιλοξενείται στον καναπέ μας. Η Λένα ήταν ξεκάθαρη μαζί μου πριν καν το συζητήσουμε — είπε «μόνο για 2-3 εβδομάδες» και «είναι δύσκολο να βρει αμέσως». Προσπάθησα να δείξω κατανόηση. Εξάλλου, τη Νατάσα τη συμπαθούσα, αν και δεν ήμασταν ποτέ ιδιαίτερα κοντά.
Στην αρχή όλα κυλούσαν ομαλά: η Νατάσα βοηθούσε, πήγαινε ψώνια, μαγείρευε συχνά, μιλούσαμε -ως έναν βαθμό- για την ημέρα μας. Η Λένα φρόντιζε το θέμα προσωπικού χώρου, δηλαδή κοιμόμασταν πάντα μόνοι στο υπνοδωμάτιο, ενώ η αδερφή της ήταν στον καναπέ με τα δικά της πράγματα. Σκεφτόμουν ότι «εντάξει, υπομονή μωρέ, μέχρι να βρει». Είχα πειστεί.
Και μετά, ξεκίνησε να… “ξεχειλώνει” η υπόθεση. Πέρασαν οι τρεις βδομάδες, μετά ο μήνας, πάμε δύο μήνες, τρεις… H Νατάσα το έκανε είδος “δεύτερου σπιτιού”. Τα πράγματά της είχαν εισβάλει παντού: είδη μακιγιάζ στο μπάνιο, παπούτσια και βαλίτσες στην είσοδο κ.λπ. Ενώ στην αρχή πρόσεχε ή φαινόταν κάπως “φιλοξενούμενη”, άρχισε σιγά-σιγά να συμπεριφέρεται λες και ήταν συγκάτοικος. Έφερνε φίλες της για καφέ χωρίς καν να ρωτήσει αν μας βολεύει, μείωνε τις υποχρεώσεις της, και γενικά είχε αυτή τη στάση του “είμαι άνετη, εδώ ανήκω”.
Ταυτόχρονα, η Λένα ήθελε να δείχνει καλή οικοδέσποινα, αλλά είχε αρχίσει κι εκείνη να δυσανασχετεί. Μου έλεγε, χαμηλόφωνα ή πιο άμεσα, “…της μίλησα, είπε ότι ψάχνει όντως, αλλά είναι ακριβά τα νοίκια και φοβάται να μείνει μόνη της…” και τέτοια. Ή “μπορούμε, άραγε, να της πούμε να βάλει χέρι στο ενοίκιο; Δεν το αντέχει”. Επειδή ξέρω ότι γενικά η Νατάσα είχε λίγες οικονομίες, δεν ήθελα να την πιέζω υπερβολικά.
Η έλλειψη χώρου και η περίεργη ατμόσφαιρα άρχισαν να τρώνε τη σχέση μας από μέσα. Είχαμε μικρούς ή μεγαλύτερους καβγάδες, όχι extreme, αλλά υπήρχε αυτό το μόνιμο φόντο εκνευρισμού. Η Λένα με έβλεπε λιγότερο χαρούμενο, εγώ θυματοποιούμουν ότι “δεν είναι πια το σπίτι μου”, εκείνη απολογούνταν για επιλογές που δεν ήταν ακριβώς δικές της, κι η Νατάσα φαινόταν όλο και πιο άνετη.
Για αρκετό καιρό προσπαθούσα να πνίξω τη δυσφορία μου. Σκεφτόμουν να μιλήσω απ’ ευθείας στη Νατάσα, αλλά κάτι με φρέναρε. Έλεγα «θα φαίνομαι κακός», «θα μπερδευτεί η Λένα στη μέση», «ίσως είμαι υπερβολικός». Το αποτέλεσμα; Μάζευα νεύρα και αγανάκτηση, και κάποιες ημέρες γινόμουν σιωπηλός, απόμακρος και ψυχρός μαζί της, ελπίζοντας λίγο-πολύ να το καταλάβει και μόνη της. Εκείνη όμως δεν έδειχνε να παίρνει το μήνυμα.
Μετά από σχεδόν τέσσερις μήνες, έγινε το εξής περιστατικό που ξεχείλισε το ποτήρι. Είχα γυρίσει κουρασμένος μετά από δύσκολη ημέρα στη δουλειά, μόνο να κάτσω στο σαλόνι και να δω ένα ηλίθιο ματς μπάσκετ. Εκείνη την ώρα, η Νατάσα είχε φέρει δύο φίλες της και κάθονταν φωναχτά συζητώντας στο σαλόνι. Της ζήτησα, ήρεμα στην αρχή, μήπως μπορούν να πάνε μια ώρα στο δωμάτιο για να χαλαρώσω (δεν έχω τηλεόραση στο υπνοδωμάτιο, και ο χώρος ήταν “κράτημα” της Νατάσας). Μου είπε ότι “έχουν να τα πούνε καιρό”, και αν δεν με πειράζει να τους αφήσω λίγο χώρο, αφού “κάθεσαι τόσες ώρες στην τηλεόραση”.
Τότε ένιωσα σαν να μην υπολογίζει καθόλου ούτε εμένα, ούτε τη συμφωνία μας. Ενω ήμουν έτοιμος να πω κάτι απότομα, κρατήθηκα και απλώς βγήκα μια βόλτα. Το βράδυ συζήτησα ανοιχτά με τη Λένα. Της είπα ότι δεν αντέχω άλλο, ότι νιώθω ξένος στο σπίτι μας, ότι καταλαβαίνω τα ζόρια της αδερφή της, αλλά εδώ και καιρό το θέμα έχει ξεφύγει. Πρότεινα να μπουν όρια — να βάλουμε ημερομηνία ή να συνεισφέρει στα έξοδα — δεν γίνεται να συνεχίσουμε έτσι.
Εκείνη στενοχωρήθηκε –όχι για μένα κυρίως, αλλά που αναγκάστηκα να φτάσω εδώ– κι ένιωσε ενοχές για την αδερφή της. Προσπάθησε να δικαιολογήσει τη Νατάσα (“προσπαθεί, δεν βρίσκει… μόνη της, όλα καινούργια… οι τιμές στα ύψη”) αλλά τελικά είπε “Θα της μιλήσω εγώ, έχεις δίκιο”. Το έκανε πράγματι, και η Νατάσα για πρώτη φορά φάνηκε να παρεξηγήθηκε. Είπε: “Αν σας βαραίνω τόσο, να φύγω απ’ το Σαββατοκύριακο”, κι έκτοτε η ατμόσφαιρα ήταν παγωμένη. Έμενε κλειδωμένη στο δωμάτιο όλη μέρα (ενώ κοιμόταν σαλόνι, για να καταλάβετε…).
Τελικά, έφυγε σε 10 μέρες για σπίτι φίλης, χωρίς ουσιαστικά να μας ξαναμιλήσει. Η Λένα είχε στενοχωρηθεί πολύ – με κατηγόρησε (όχι ευθέως, αλλά με μπηχτές κυρίως) ότι “θα μπορούσα να το έχω χειριστεί αλλιώς”, ότι “ήμουν ψυχρός”, ότι «θα μπορούσα να στηρίξω λίγο παραπάνω».
Να πω εδώ πως κατανοώ απόλυτα το ότι ήταν δύσκολο για τη Νατάσα, κι ότι και για τη Λένα ήταν πολύ άσχημο να μπει ανάμεσα σε εμένα και την αδελφή της. Δεν είμαι περήφανος για το γεγονός ότι έγινα εριστικός κάποιες φορές ή ότι της το κρατούσα μέχρι να φτάσω στο αμήν. Και φυσικά έχω τύψεις για το ρήγμα που δημιούργησα –έστω και προσωρινά– στις δυο αδερφές. Από την άλλη, νιώθω ότι αν δεν το είχα πει, θα είχα “σκάσει” και θα έκανα χειρότερη έκρηξη, που θα κατέληγε και πιο άδικη.
Συχνά σκέφτομαι αν η αδερφή της έχει δίκιο να το πάρει τόσο προσωπικά, ή αν εγώ έπρεπε να είμαι πιο ανεκτικός και να προσπαθήσω λίγο περισσότερο, κυρίως για τη Λένα, που είχε βρεθεί τόσο στη μέση.
Εσείς τι λέτε; Ήμουν εγώ ο μαλάκας της ιστορίας;
Αυτή την ιστορία μας την έστειλε ο Θανάσης.