Δεν ξέρω από πού να ξεκινήσω. Νιώθω λίγο περίεργα που γράφω εδώ, αλλά πραγματικά έχω μπερδευτεί με το πώς εξελίχθηκαν τα πράγματα κι αν τελικά ήμουν άδικος ή υπερβολικός. Ελπίζω να με βοηθήσει να τα πω και να δω και τη δική σας οπτική.
Η ιστορία αφορά εμένα και τον συνάδελφό μου, τον Τάσο. Είμαστε περίπου στην ίδια ηλικία (εγώ 39, αυτός 41), δουλεύουμε μαζί τέσσερα χρόνια σε μια μεσαία εταιρεία πληροφορικής. Ποτέ δεν είχαμε ιδιαίτερα κολλητή σχέση, αλλά ήταν πάντα τυπικός, με τα αστεία του, τον καφέ του, τις κουβέντες του. Εγώ είμαι λίγο πιο μαζεμένος, προτιμώ να κρατάω μια απόσταση απ’ τη δουλειά προς τα προσωπικά.
Δουλεύουμε στην ίδια ομάδα σε ένα πρότζεκτ που εδώ κι ένα μήνα έχει πολλή πίεση και καθόλου ρεπό. Ήδη όλοι μας έχουμε νεύρα, όλοι λίγο-πολύ ενοχλούμαστε με όλους, πράγματα που πριν θα μας περνούσαν αδιάφορα τώρα τα παίρνουμε προσωπικά. Ε, κάπου εκεί ξεκίνησε το κακό.
Η πρώτη “σπίθα” άναψε ένα πρωί που είχα έρθει νωρίτερα στο γραφείο και βρήκα την καφετιέρα άδεια, με καφέ χυμένο στον πάγκο. Αυτό γενικά δεν είναι θέμα, αλλά εκείνη την περίοδο χρειαζόμουν καφεΐνη απελπισμένα. Και δεν ήμουν μόνο εγώ – κι άλλοι είχαν ενοχληθεί, αλλά όλοι κάναμε τα στραβά μάτια. Το ανέφερα λίγο αστειευόμενος σε group chat “Καλημέρα, παιδιά, ο πρώτος να βάζει καφέ, έλεος, δεν αντέχω άλλο ξύπνιος”. Δεν απάντησε κανείς, αλλά την επόμενη μέρα το ίδιο σκηνικό, πάλι άδειος καφές, πάλι όλα χάλια.
Μια μέρα εμφανίζεται ο Τάσος, αφού είχα ήδη καθαρίσει και φτιάξει γαλλικό, και κάνει σχόλιο “Πάλι τα γκρινιάζεις εσύ; Έλα, μωρέ, χαλάρωσε, δεν έγινε και τίποτα”. Εκεί, αν και ήμουν έτοιμος να τσιτώσω (γιατί με είχε δει που καθάριζα), του απάντησα ήρεμα: “Ρε Τάσο, απλώς ό,τι βρίσκουμε, ας το αφήνουμε έτοιμο για τον επόμενο. Τόσο δύσκολο είναι;”.
Δεν λέει τίποτα, το αφήνει, αλλά μετά στο open space αρχίζω να πιάνω με τη γωνία του ματιού μου ότι κάτι λέει με άλλους, κι όλοι με κοιτάνε και γελάνε. Εκεί άρχισα να νιώθω λίγο περίεργα, σαν να έχουν βρει αφορμή να με κοροϊδέψουν, επειδή έγινα ο “γκρινιάρης του καφέ”.
Περνάει λίγος καιρός έτσι και νιώθω ότι κάθε φορά που μπαίνω στο γραφείο υπάρχει μια “αλλαγή” στην ατμόσφαιρα, και ο Τάσος, που υποτίθεται πως είναι ο αστείος της παρέας, πετάει από ‘δω κι από ‘κει ατάκες του τύπου “Μην ακουμπάς τον καφέ, ο Μάνος θα γκρινιάξει” ή “Άσε κάτω την κούπα, ρε, μη μας μαλώσει ο Μάνος”. Εκεί προσπαθώ να το πάρω στην πλάκα κι εγώ, κάποιες φορές γελάω, αλλά μέσα μου κουράζομαι. Όχι τόσο με το αστείο όσο με το ότι έγινε “αφήγημα” για μένα.
Ένα μεσημέρι είχαμε μια σύσκεψη για το πρότζεκτ που καίει τη δουλειά μας τελευταία. Εγώ είχα τρελό άγχος γιατί είχα μείνει πίσω στο κομμάτι μου (το είχα παραδεχτεί και δημόσια, ήμουν straight, “παιδιά, θα χρειαστώ βοήθεια, είμαι πιεσμένος”), και ενώ είχα πει στη meeting πως θα φέρω τα παραδοτέα αύριο, ο Τάσος μπροστά σε όλους λέει “Ελπίζω να έχεις προλάβει να φτιάξεις καφέ πριν ξεκινήσεις, Μάνο, γιατί ξέρεις” κι αρχίζει να γελάει. Όλο το τμήμα το έπιασε, εγώ μαζεύτηκα, ένιωσα χάλια.
Κάπου εκεί το έχασα λίγο. Τον πήρα παράμερα μετά το meeting, ήρεμα στην αρχή του είπα ότι πραγματικά με εκνευρίζει αυτό το πράγμα, ότι νιώθω πως κάνω προσπάθεια στη δουλειά, και το τελευταίο που έχω ανάγκη είναι να ακούω συνέχεια τέτοια. Περίμενα ότι θα μου πει “Οκ, φίλε, το χοντρύναμε, σταματάμε”. Αντίθετα, το γύρισε σ’ εμένα ότι “εγώ πρέπει να χαλαρώσω”, “δεν έχω αυτογνωσία”, “είσαι υπερβολικός”, “τα παίρνεις όλα προσωπικά”.
Ακόμη και τότε, προσπαθώ να κρατηθώ ψύχραιμος, αλλά του λέω “ρε Τάσο, δεν είναι πλάκα μόνο, είναι ξεφτίλα μπροστά σε όλους”. Κάπου εκεί μου λέει “Εσύ τα φέρνεις στον εαυτό σου αυτά”, “ας μάθεις να γελάς”. Μέσα μου το πήρα πολύ στραβά, το βούλωσα και γύρισα στη θέση μου, αλλά ήμουν φουλ τσιτωμένος όλο το υπόλοιπο απόγευμα. Δεν μίλησα σε κανέναν, μάζεψα τα πράγματά μου, έφυγα σχετικά νωρίς και από τότε κρατάω απόσταση, δεν μιλάω ιδιαίτερα με κανέναν, δεν σηκώνω κουβέντα στα αστειάκια.
Τις επόμενες μέρες κάποιοι μου έλεγαν “έλα μωρέ, μην τα παίρνεις τόσο σοβαρά”, “έτσι είναι ο Τάσος”. Ένας πιο κοντινός μου είπε “καταλαβαίνω γιατί ενοχλήθηκες, αλλά θα του περάσει”. Άλλοι συνέχισαν με τα αστεία, ευτυχώς λιγότερο έντονα. Και ο ίδιος ο Τάσος, κάνα δυο φορές, προσέγγισε υποτίθεται για “εταιρικά” θέματα, αλλά προσωπικά δεν μπήκε καν στον κόπο να κάνει βήμα.
Έχω μείνει να σκέφτομαι: μήπως όντως το πήρα υπερβολικά βαριά; Μήπως έπρεπε να το αφήσω να περάσει έτσι, να γελάσω μαζί τους, να δείξω χαβαλέ και να μην τους δώσω δύναμη να με πάρουν στο ψιλό; Από την άλλη, νιώθω ότι αν δεν έλεγα τη γνώμη μου, θα έλεγαν πάλι “πάει, ο χαζός ο Μάνος, όλα τα αντέχει”. Ντρέπομαι που το σκέφτομαι τόσο, αλλά ρε γαμώτο, ήταν ανάγκη να το κάνουμε τόσο θέμα και να βλέπω ανθρώπους να γελάνε εις βάρος μου;
Δεν είναι ότι ο Τάσος με μισεί ή μου έχει κάνει κάτι πιο σοβαρό (ξέρω ότι κάποιοι έχουν ζήσει αληθινό μπούλινγκ). Απλά αισθάνομαι πως μείναμε στη φάση “να ‘ναι καλά το χαβαλέ”, και δεν έγινε ποτέ πραγματική συζήτηση.
Πάνω-κάτω αυτή είναι η ιστορία μου — και έχω αρχίσει να περνάω λιγότερο καλά με τη δουλειά, νιώθω πιο μόνος και φοβάμαι ότι όλοι σκέφτονται “ο Μάνος είναι drama queen”. Ενώ δεν το είχα ποτέ αυτό το πράγμα.
Τελικά, ήμουν εγώ ο μαλάκας της ιστορίας;
Αυτή την ιστορία μας την έστειλε ο Μάνος.