Θα σας γράψω μια ιστορία που μου συνέβη πρόσφατα και πραγματικά δεν μπορώ να ξεκαθαρίσω αν είμαι εγώ ο κακός ή όχι. Θέλω να είμαι όσο πιο ειλικρινής γίνεται, γιατί μόνο έτσι πιστεύω ότι θα πάρω μια αξιοπρεπή απάντηση.
Εγώ είμαι ο Κώστας, 33 χρονών, εργάζομαι σε λογιστικό γραφείο και ας πούμε ότι ποτέ δεν ήμουν ο πιο κοινωνικός της παρέας, αλλά με τα χρόνια κατάφερα να ανοίγομαι περισσότερο. Έχω μια κολλητή, την Ελένη, σχεδόν από το πανεπιστήμιο. Έχουμε περάσει πολλά μαζί, ήμαστε δεμένοι – και τίποτα παραπάνω από φιλία. Είναι εκείνη που μου στάθηκε σε πολύ δύσκολες φάσεις και αντίστοιχα εγώ τη βοήθησα σε χωρισμούς, μετακομίσεις, τα πάντα.
Αυτή λοιπόν πρόσφατα γνώρισε έναν καινούριο φίλο, τον Μάνο, που δεν άργησε να γίνει και το αγόρι της. Ο Μάνος φαίνεται καλό παιδί, λιγομίλητος, με χιούμορ, ευγενικός. Η σχέση τους πήγε κατευθείαν στα βαθιά, Νοίκιασαν μαζί σπίτι, ξεκίνησαν να τα κάνουν όλα μαζί. Στην αρχή μου φαινόταν τέλειο, χαίρομαι η Ελένη να βρει κάποιον που την κάνει να γελάει και να νιώθει σταθερότητα.
Όμως, εδώ και κάνα δίμηνο, παρατήρησα μια αλλαγή στη δική μας φιλία. Εκείνη έλεγε συνέχεια «θα δω αν προλαβαίνω», «να το συνεννοηθώ με τον Μάνο», πριν κανονίσουμε κάτι. Ας πούμε ότι κάθε συνάντησή μας έπρεπε να περιλαμβάνει και τον Μάνο – το δέχομαι ως ένα σημείο, αλλά ένιωθα όλο και πιο πολύ ότι γινόμαστε πακέτο και χάνεται το παλιό μας vibe. Με τον Μάνο τα πάμε τυπικά, αλλά δεν έχουμε χημεία.
Μια φορά της το είπα διακριτικά, ότι δηλαδή μου λείπουν οι εποχές που βγαίναμε για καμια μπύρα μόνοι μας και λέγαμε τα πάντα. Εκείνη το πήρε λίγο στραβά, μου είπε ότι πλέον έχουν αλλάξει τα πράγματα και όσο να ’ναι, θέλει να περνάει χρόνο με τον σύντροφό της, να μην αποκλείεται κανείς, να είμαστε όλοι φίλοι. Εγώ, απ’ την άλλη, νιώθω πως όλα γίνονται υποχρεωτικά ‘σετ’ και χάνω τη φίλη που ήξερα.
Αποφάσισα να το αφήσω λίγο στην τύχη του, να δω πώς θα πάει. Περίπου τρεις εβδομάδες μετά, οργανώθηκε μια μεγάλη βραδινή έξοδος – ο Μάνος είχε επέτειο γενεθλίων και μαζεύτηκε όλη η παρέα. Βρεθήκαμε σε μπαρ, περάσαμε καλά, αλλά προς το τέλος η Ελένη έπιασε να μιλάει με τον Μάνο και μια άλλη φίλη, και εμένα με άφησε κάπως στο περιθώριο. Ενστικτωδώς, ένιωσα σαν να με είχε ξεπεράσει. Άρχισε να μου ανεβαίνει το νευρικό, αντί να πω κάτι, έκανα ότι πήρα τηλέφωνο και αποχώρησα νωρίτερα, χωρίς πολλά πολλά.
Την επόμενη μέρα στέλνει μήνυμα: «Έφυγες έτσι χωρίς να πεις;». Της απάντησα ειλικρινά ότι ένιωσα λίγο ξένος και ότι μου λείπει η παρέα μας όπως ήταν. Εδώ ένιωσα ότι έχω υπερβεί τα όρια της ειλικρίνειας. Η Ελένη στενοχωρήθηκε, μου έγραψε ότι δεν ήθελε να με βάλει σε δεύτερη μοίρα, αλλά η ζωή της αλλάζει χωρίς να το θέλει κιόλας, κι ότι θα ήθελε να προσπαθήσουμε να το ισορροπήσουμε, ψάχνοντας χρόνο και για τους δυο μας, όπως παλιά.
Της ζήτησα να κανονίσουμε οι δυο μας για ένα καφέ. Είπε «ναι», αλλά στο τέλος εμφανίστηκε κι ο Μάνος, δήθεν τυχαία, κι εκεί κατάλαβα ότι μάλλον τίποτα δεν θα γυρίσει ακριβώς όπως ήταν. Εκεί τα πήρα. Τον χαιρέτησα τυπικά, αλλά όλη μου η στάση ήταν παγερή. Ένιωθα προδομένος, αυτόματα ψυχράθηκα, και νομίζω το κατάλαβαν κι οι δύο. Μείναμε έτσι δυο ώρες, αλλά εγώ ήμουνα λες και ήθελα να τελειώσει αυτό το ραντεβού το συντομότερο.
Οι μέρες πέρασαν με λίγα τυπικά μηνύματα. Άρχισα να απομακρύνομαι, να μην στέλνω, να μην απαντάω με ενθουσιασμό, μέχρι που εκείνη μου ξεκαθάρισε: «Αν είναι να μην μπορούμε να υποστηρίξουμε την φιλία μας, ας το βρούμε, αλλιώς ας μην το βασανίζουμε άλλο». Της απάντησα κοφτά: «Δεν θέλω να είμαι ο τρίτος τροχός στη δική σου οικογένεια». Δεν ξέρω αν το πάω πολύ μακριά, αν γίνομαι δραματικός ή αν δείχνω εγωιστής.
Εδώ αρχίζουν τα διλήμματα:
Από τη μία, δεν γίνεται να απαιτώ από την Ελένη να μην εξελίσσει τη ζωή της και να αφιερώνει τον ίδιο χρόνο σε μένα όπως παλιά, κατανοώ πως άλλαξαν οι προτεραιότητές της και έχει κάθε δικαίωμα να επενδύει στη σχέση της, να πηγαίνουν μπροστά σαν ζευγάρι. Ο Μάνος, όσο κι αν δεν μου ταιριάζει, είναι καλός μαζί της, προσπαθεί να συμμετέχει, να με βάλει κι εμένα μέσα στην παρέα, αλλά εγώ νιώθω αποξενωμένος, δεν είναι εύκολο για όλους να συμβιώνουν και να γίνονται αυτομάτως παρέα. Αναγνωρίζω ότι ίσως ν’ απαιτούσα κάτι πολύ συγκεκριμένο, να ήθελα να ζήσω το «παλιό μας» και δεν μπορεί να γίνει αυτό, όσο κι αν προσπαθούμε.
Από την άλλη, λέω: είναι περίεργο να μην μπορώ να βλέπω τη φίλη μου ποτέ μόνος μου, να μην συζητάμε πραγματικά προσωπικά χωρίς την παρουσία τρίτου, όσο κι αν είναι ο άνθρωπός της. Δεν υπάρχει κανένας ελεύθερος χρόνος για τη φιλία μας; Εγώ προσπάθησα να το συζητήσω, να το δείξω, αντί να υπομείνω, κι όμως στο τέλος ένιωσα ενοχικός, σα να είμαι αυτός που θέλει να καταστρέψει την ευτυχία της.
Ξέρω ότι στο τέλος ήμουν απότομος, ίσως προσβλητικός. Δεν είναι ότι ζήλευα, δεν ήθελα να στερήσω κάτι από την Ελένη, αλλά νιώθω ότι όλο αυτό με κάνει να φαίνομαι κακομαθημένο παιδί, να μην μπορώ να αποδεχτώ κάτι που είναι φυσιολογικό για τους περισσότερους.
Τελικά, είμαι εγώ ο μαλάκας της ιστορίας, που αντέδρασα έτσι;
Αυτή την ιστορία μας την έστειλε ο Κώστας.