Λοιπόν, γεια σας σε όλους. Θέλω να ξεκινήσω λέγοντας ότι δεν ξέρω αν γράφω εδώ για να βρω το δίκιο μου ή για να ακούσω πως, τελικά, μπορεί και να έφταιξα εγώ. Όλο αυτό έγινε πριν καμιά βδομάδα και από τότε με τρώει, ξυπνάω το πρωί και το σκέφτομαι, κοιμάμαι το βράδυ και το ξαναφέρνω στο μυαλό μου. Για να μην πολυλογώ, το θέμα είναι η φίλη μου, η Ελένη, μια από τις πιο στενές φίλες που έχω εδώ και τουλάχιστον πέντε χρόνια.
Η Ελένη είναι από τους ανθρώπους που δε λέει όχι σχεδόν ποτέ -και για να πω την αλήθεια, αυτό είναι και γοητευτικό και εκνευριστικό μαζί- πάντα τρέχει για όλους, κι ειδικά για μένα, έχει σταθεί πολλές φορές στα δύσκολα. Εγώ, πάλι, από τη φύση μου, δεν είμαι τόσο “ναι σε όλα”, προσπαθώ, αλλά είμαι και λίγο εγωκεντρικός. Το ξέρω και δεν το κρύβω.
Την τελευταία χρονιά, η Ελένη είχε αφήσει λίγο παραπάνω τον εαυτό της -για δικούς της λόγους- και κάπως είχε γίνει πολύ εξαρτώμενη από τους γύρω της. Κάτι που εμένα με κούραζε, γιατί από ένα σημείο και μετά ένιωθα ότι δεν μπορεί να κάνει τίποτα χωρίς να με ρωτήσει ή να με εμπλέκει. Ήταν σαν να χρειαζόταν συνέχεια καθοδήγηση, συμβουλή ή στήριξη, μέχρι και για τα καθημερινά. Το ανέχτηκα τόσο καιρό γιατί είναι φίλη και τη νοιάζομαι πραγματικά, αλλά τις προάλλες τα πράγματα ξέφυγαν.
Ένα Σάββατο βράδυ είχαμε κανονίσει να πάμε για φαγητό με την παρέα. Εγώ, που σπάνια βγαίνω γιατί έχω δύσκολο ωράριο στη δουλειά, το είχα κανονίσει με χαρά, το ήθελα πολύ. Η Ελένη είχε όλη μέρα παράπονα ότι δεν της πήγαν καλά τα πράγματα, ότι είχε νεύρα με τον σύντροφό της, ότι είχε τσακωθεί με τη μαμά της, γενικά ήθελε να τα πει. Όμως ήμασταν κι όλοι οι υπόλοιποι εκεί, δεν ήμασταν μόνοι.
Με το που καθήσαμε στο μαγαζί, άρχισε ο αναμενόμενος μονόλογος. Μιλούσε ασταμάτητα, δεν έλεγε να αφήσει το κουβεντολόι να γίνει λίγο πιο χαλαρό ή να αλλάξει θέμα, και στα πέντε λεπτά, είχαμε όλοι γίνει ένα ψυχοθεραπευτικό panel. Από τη μία, καταλαβαίνω ότι εκείνη τη στιγμή είχε την ανάγκη να τα πει -και σε ποιον θα τα έλεγε άλλωστε;- αλλά από την άλλη ένιωθα να ξεχειλίζω· είχα μαζέψει όλη τη βδομάδα, ήθελα λίγο να αποφορτιστώ και εγώ, να περάσω καλά, όχι να με πάρει ο κατήφορος κι άλλο.
Στη δεύτερη μπύρα, μια φίλη μας έκανε μια προσπάθεια να πάει η κουβέντα αλλού, αλλά η Ελένη το έφεραα πάλι πάνω της: τι έκανε ο τάδε, τι της είπε ο δείνα, πόσο την πείραξε αυτό ή το άλλο. Υπομονή κάναμε όλοι, μέχρι που κάποια στιγμή, τη διέκοψα και της είπα, μεν λίγο ήρεμα, αλλά και λίγο ειρωνικά, “Ελένη, αν θες να κάνεις group therapy, πες μας να κλείσω αίθουσα. Εγώ ήρθα να περνάω καλά, όχι να κάνω ψυχοθεραπεία τρίτης κατηγορίας”. Σπάει μια άσχημη σιωπή, η Ελένη μένει σύξυλη, οι υπόλοιποι μαζεύονται, και για λίγη ώρα δεν μιλάει κανένας.
Καταλαβαίνω, εκείνη τη στιγμή ήμουν ο μαλάκας. Το είπα πιο χοντρά και ειρωνικά απ’ ό,τι θα έπρεπε. Το βλέπω τώρα που το γράφω, το κατάλαβα και αμέσως. Η Ελένη σηκώθηκε, είπε ένα “δεν έχω λόγια” και έφυγε. Μετά από λίγο έφυγα κι εγώ, γιατί δεν άντεχα να με κοιτάνε όλοι περίεργα.
Την άλλη μέρα το πρωί, της έστειλα μήνυμα ότι ήμουν υπερβολικός και συγγνώμη -όχι όμως απολογητικό τύπου “όλα είναι δικά μου λάθη”, αλλά της είπα πως ένιωθα πίεση και ότι ήθελα με κάποιο τρόπο να το σταματήσω, απλά το εξέφρασα πολύ απότομα. Αυτή δεν μου απάντησε ποτέ. Μετά έμαθα από κοινή μας φίλη πως η Ελένη είπε ότι πληγώθηκε πολύ και πως ένιωσε ότι την άδειασα μπροστά σε όλους, ενώ εκείνη ήθελε απλά να νιώσει μια κάποια ασφάλεια, να ακουστεί.
Να πω εδώ ότι δεν είναι η πρώτη φορά που της το έχω πει. Έχει ξαναγίνει, πιο ήπια, αλλά και πάλι της έχω σχολιάσει πως μερικές φορές το παρακάνει, ότι χρειάζεται και οι άλλοι να μιλάνε. Στην αρχή το καταλάβαινε, ή έτσι έλεγε, αλλά δεν το άλλαζε. Ίσως να έπρεπε να το πω αλλιώς ή άλλη στιγμή; Να τα πούμε μόνοι μας; Από την άλλη, ένιωθα ότι αν έκανα πάλι πίσω, θα ήταν σα να κάνω υπομονή μέχρι να σκάσω.
Η αλήθεια είναι πως τώρα νιώθω τύψεις. Από τη μια σκέφτομαι ότι δεν πάει άλλο να τρώω στη μάπα τον κάθε πόνο της -όταν η ίδια δεν μπορεί να στηρίξει τους άλλους όπως υποτίθεται ότι γίνεται σε μια φιλία-, από την άλλη όμως σκέφτομαι ότι ίσως ήταν δική μου δουλειά να δείξω κατανόηση, ειδικά σ’ ένα τραπέζι με όλους τους φίλους, μπροστά σε κόσμο, χωρίς να εκθέσω εκείνη τόσο χοντρά.
Ο φίλος μου λέει ότι καλά έκανα επιτέλους και μίλησα, γιατί κανείς δεν τολμούσε να της το πει τόσο καιρό και όλοι αισθάνονταν άβολα κάθε φορά που εκείνη μετέτρεπε την παρέα σε ψυχανάλυση. Από την άλλη, μία άλλη φίλη είπε πως και να έχεις δίκιο, δεν είναι ωραίο να ξεφτιλίζεις άνθρωπο δημόσια, ότι τέτοια θέματα τα λύνεις κατ’ ιδίαν.
Τώρα με τη Ελένη δεν μιλάμε, και απ’ ό,τι φαίνεται, τουλάχιστον προς το παρόν, έχει φροντίσει να απομακρυνθεί γενικά από την παρέα. Σκέφτομαι αν τελικά ήμουν αχάριστος που δεν μπόρεσα να δώσω λίγη ακόμη υπομονή ή αν πραγματικά ό,τι και να έκανα, κάπου έπρεπε να μπει ένα όριο πριν γίνω σφουγγάρι για τα πάντα. Αναρωτιέμαι αν το δικαίωμα στη δική μου άνεση και τα όριά μου ακυρώνεται από τη φιλία ή αν υπάρχει μια μέση λύση που δεν βρήκα.
Λοιπόν, σας ρωτάω: Ήμουν εγώ ο μαλάκας της ιστορίας;
Αυτή την ιστορία μας την έστειλε ο Κώστας.