Δεν περίμενα ποτέ να βρεθώ να γράφω τέτοιο post, αλλά πραγματικά δεν μπορώ να ξεκαθαρίσω μέσα μου αν φέρθηκα σωστά ή είμαι ο κακός της υπόθεσης. Θέλω τη γνώμη σας, γιατί όσες φορές και να το σκέφτομαι, πηγαίνω πέρα-δώθε.
Είμαι 34 και μένω στην Αθήνα. Εδώ και πέντε χρόνια, ζω με τον σύντροφό μου, τον Νίκο. Και οι δυο έχουμε demanding δουλειές. Εγώ είμαι φιλόλογος σε φροντιστήριο, εκείνος δουλεύει σε τράπεζα. Τα απογεύματα είναι το μοναδικό μας downtime, αλλά υπάρχουν και οι δουλειές του σπιτιού που δεν τελειώνουν ποτέ – ξέρετε, τα κλασικά.
Με τον Νίκο γενικά τα πάμε καλά, αν και υπάρχουν φάσεις που όλο και τσακωνόμαστε για μικροπράγματα. Το βασικό μοτίβο στη σχέση μας – και νομίζω ότι είναι σημαντικό εδώ – είναι πως εγώ (συνειδητά ή μη) αναλαμβάνω το μεγαλύτερο μέρος των οικιακών υποχρεώσεων. Δεν με πειράζει να τα κάνω – δεν θέλω να γκρινιάζω, αλλά κάποιες φορές νιώθω ότι ο ρόλος μου είναι στάνταρ: “θα τα τακτοποιήσει όλα η Μαρία”.
Υπάρχει όμως κάτι που με είχε ξενίσει από παλιά. Ο Νίκος, όταν έρχονταν οι δικοί του σπίτι, ήθελε να φαίνεται το διαμέρισμα πεντακάθαρο, να έχουμε μαγειρέψει σαν να περιμένουμε τηλεοπτικό συνεργείο κτλ. Δεν τον ενοχλούν ιδιαίτερα τα πράγματα όταν είμαστε μόνοι μας, όμως όταν έχουμε επισκέπτες, το standard αλλάζει. Και συνήθως, όλη αυτή η προετοιμασία πέφτει πάνω μου. Το είχαμε συζητήσει, υποτίθεται ότι θα το δουλέψουμε μαζί, αλλά το θέμα έμενε στάσιμο.
Το τελευταίο σκηνικό συνέβη το προηγούμενο Σάββατο και γι’ αυτό γράφω τώρα. Είχε να έρθει η αδερφή του Νίκου, η Άννα, με τον άντρα της και τη μικρή τους κόρη. Τους είχα ξαναδεί, πάντα ευγενική η Άννα, αν και ελαφρώς επικριτική (σε στυλ “αχ, εσείς οι νέοι πως ζείτε έτσι”, κ.α.). Η ανταλλαγή δώρων στις γιορτές είναι υποχρεωτική για εκείνους και γενικώς είναι υπερβολικά proper, κοινωνικές συμβάσεις, καλό φαΐ κλπ – τα ξέρετε.
Το προηγούμενο βράδυ τραβιόμουν στο φροντιστήριο ως τις 9:30. Ήταν η μέρα των τελικών διαγωνισμάτων. Το ήξερε ο Νίκος, το είχα πει χίλιες φορές: “μόλις γυρίσω, θα είμαι πτώμα, σε παρακαλώ, τουλάχιστον κάνε εσύ ό,τι μπορείς με το σπίτι”. Το υποσχέθηκε, μάλιστα είπε “θα αναλάβω τα πάντα, μην ανησυχείς”.
Γυρνάω λοιπόν σπίτι – βήμα μέσα, βλέπω τα πάντα ΟΠΩΣ τα άφησα. Πιάτα στο νεροχύτη, παντού άπλυτα, ακόμα και τα παιχνιδάκια της γάτας στο χαλί. Ο Νίκος στο γραφείο του με τα ακουστικά, προφανώς έπαιζε online ποδόσφαιρο. Ξεφυσάω. “Δεν πρόλαβα, ρε αγάπη, συγγνώμη, μην τρελαίνεσαι, θα τα κάνουμε μαζί αύριο το πρωί”, μου λέει. Ήμουν τόσο κουρασμένη που ούτε φώναξα – απλά πέταξα την τσάντα και έπεσα για ύπνο.
Το πρωί ξυπνάω πρώτη, πίνω καφέ, και περιμένω να ξεκινήσουμε το καθάρισμα. Ο Νίκος χουζουρεύει στο κρεβάτι, κάνει και λίγο scroll στο κινητό, μέχρι να πάρει μπρος περνάει κάνα μισάωρο. Τον φωνάζω “Πάμε, έχουμε μία ώρα πριν έρθουν οι δικοί σου!”. Απαντάει νωχελικά “Ξεκίνα εσύ κι έρχομαι!”. Κάπου εκεί αισθάνομαι μια βίαιη αδιαφορία – είναι σαν να θεωρεί δεδομένο ότι θα το κάνω εγώ, ξανά.
Αρχίζω να μαζεύω, αλλά η ενέργειά μου έχει πέσει κάτω από το μηδέν. Καμία διάθεση. Καθαρίζω το σαλονι, ό,τι φαίνεται τέλος πάντων, βάζω τα άπλυτα στη γωνιά, σκουπίζω πρόχειρα. Αλήθεια, δεν το έκανα σωστά. Το φαγητό δεν το ετοίμασα – ρίχνω το κλασικό “μην περιμένεις κάτι σπέσιαλ, ας πάρουμε σουβλάκια ή ας μαγειρέψει εκείνος”. Μπαίνει κουζινάρα μετά από 40 λεπτά ο Νίκος και κάνει πως βοηθάει – έκοψε μια σαλάτα, τύπου “τα έχω όλα υπό έλεγχο”.
Έφτασαν οι δικοί του λίγο νωρίτερα. Η αδερφή του κοιτάει γύρω γύρω παρατηρητικά, “Α, δεν είχε σειρά σήμερα;” πετάει γελώντας. Ο άντρας της – τυπικός, χωρίς σχόλια. Η μικρή γύρναγε παντού και μάζευε ό,τι έβρισκε. Κάθομαι στον καναπέ, περιμένω τον Νίκο να διαχειριστεί την κατάσταση. Κάποια στιγμή με ρωτάει η Άννα “Τι μας ετοιμάσατε;” και αντί να απαντήσω εγώ, λέει ο Νίκος “Καλά, θα δεις, η Μαρία θα μας κακομάθει!”.
Εκεί έσπασα. Της λέω: “Η αλήθεια είναι ότι τρέχω όλη την εβδομάδα, σήμερα δεν ετοίμασα τίποτα. Θα μας φροντίσει ο Νίκος!” και τον κοιτάζω αυστηρά. Κρύος ιδρώτας! Η Άννα κορδώνεται, λέει “Α, ωραία, για να δούμε!”. Κι έμεινε το πράγμα ξεκρέμαστο.
Ο Νίκος παγώνει, κρύβεται πίσω από το ψυγείο, προσπαθεί να σκαρφιστεί δικαιολογίες. Τελικά παραγγείλαμε έτοιμα, έφερε και δύο σαλάτες. Καθίσαμε όλοι στο τραπέζι, αλλά η ατμόσφαιρα ήταν ηλεκτρισμένη. Η Άννα καμιά φορά πετούσε σπόντες – “για φαντάσου, πώς θα επιβιώνατε χωρίς τη Μαρία;” κτλ. Νιώθω ότι αυτοί οι άνθρωποι με θεωρούν τεμπέλα, ενώ ο Νίκος το έφερε κάπως: “έχει δίκιο, δεν πρόλαβε, έτρεχε στη δουλειά”.
Όταν έφυγαν, ο Νίκος θύμωσε. “Έπρεπε να δείξεις λίγη κατανόηση, ήξερες ότι ενοχλούνται όταν το σπίτι δεν είναι στην τρίχα, γιατί να με εκθέσεις έτσι; Θα μπορούσες να κάνεις υπομονή για σήμερα, δεν θέλω να με κοροϊδεύει η αδερφή μου.” Του λέω ότι κάθε φορά πέφτουν όλα πάνω μου, ενώ ήξερε ότι ήμουν πτώμα και με άφησε να τα βγάλω πέρα. Μου απάντησε ότι “και τι έγινε, μία φορά έγινε, μην κάνεις έτσι”.
Εξακολουθώ να μην ξέρω αν έσπασα το όριο από υπερβολή ή αν δικαιούμαι να έχω φτάσει στα όριά μου. Ξέρω ότι του χάλασα το σκηνικό, έδωσα τροφή για σχόλια και κακίες, αλλά δεν άντεχα άλλο να σώζω τα προσχήματα. Ίσως θα μπορούσα να το συζητήσω άλλη στιγμή ή να μη βγάλω το άχτι μου μπροστά στους δικούς του – ή ίσως ήταν η μόνη μου ευκαιρία να δείξω το πρόβλημα.
Ήμουν εγώ ο μαλάκας της ιστορίας;
Αυτή την ιστορία μας την έστειλε η Μαρία.