Θα σας πω μια ιστορία που μου έχει μείνει εδώ και κάποιους μήνες και, για να πω την αλήθεια, ακόμα δεν έχω καταφέρει να ξεκαθαρίσω με τον εαυτό μου αν φέρθηκα καλά ή άσχημα. Είναι από αυτές τις καταστάσεις που λες «ρε γαμώτο, μήπως παραήμουν απόλυτος/η;». Γι’ αυτό αποφάσισα να τη μοιραστώ εδώ, γιατί χρειάζομαι και μια εξωτερική ματιά.
Οπότε, είμαι 34 χρονών, μένω μόνος κοντά στο κέντρο, και δουλεύω γραφείο – ωράριο επτά με τρεις, κλασικά. Ο κολλητός μου, ο Πάνος, μένει σχετικά κοντά μου και τον ξέρω απ’ το πανεπιστήμιο. Ο Πάνος είναι 35, λογιστής, εξαιρετικός τύπος κατά τα άλλα, αλλά πάντα είχε ένα θέμα με τον χρόνο και τις… οριοθετήσεις σε φιλικές σχέσεις. Μιλάμε για άνθρωπο που θυμάται να σου τηλεφωνήσει ξαφνικά στις 11:30 το βράδυ Τρίτης για να σου πει τι του συνέβη σήμερα, ενώ εσύ ροχαλίζεις.
Το βασικό πρόβλημα ξεκίνησε πέρυσι, όταν εγώ μετακόμισα σε καινούριο (και δικό μου πλέον) σπίτι και, κάπως σαν πλάκα, έδωσα εντολή του τύπου «ε παιδιά, το σπίτι είναι ανοιχτό, όποτε θέλετε περνάτε». Ήθελα να δείξω ότι χαίρομαι να έχω φίλους γύρω μου και γενικά είμαι της παρέας. Ο Πάνος όμως το πήρε τοις μετρητοίς. Δεν πέρασαν δύο βδομάδες, και άρχισε να σκάει σπίτι μου ό,τι ώρα να ’ναι – Δευτέρα βράδυ, Σάββατο πρωί, Πέμπτη απόγευμα με τη δουλειά μου άνω-κάτω. Κάποιες φορές, χωρίς καν να στείλει μήνυμα. Μια φορά ήμουν με τα εσώρουχα και ψιλό-καθάριζα, και μπαίνει μέσα (γιατί είχα ξεχάσει τα καράβανα ξεκλείδωτα), με είδε και έλεγε γελώντας «εντάξει ρε, σαν αδέρφια είμαστε». Δουλειά δεν είχα!
Έκανα λίγο υπομονή γιατί πίστευα πως απλά χαίρεται τη φάση, όσο είναι καινούριο το σπίτι, αλλά με τις βδομάδες το πράγμα βάραινε. Κάθε φορά που έρχονταν χωρίς να έχει ειδοποιήσει, εγώ έτρεχα να φτιάξω, αγχωνόμουν, είχα μέρες που ήθελα να κάτσω μόνος – να βάλω Netflix και να μην μιλήσω σε ψυχή, ούτε να αντιμετωπίσω τις ιστορίες του Πάνου για το νέο του κορίτσι ή το σπαστικό αφεντικό του. Πολλές φορές, ένιωθα πως χάνω κάτι απ’ τον εαυτό μου. Κάποια στιγμή η κοπέλα μου, που έρχεται 2-3 φορές τη βδομάδα σπίτι, μου είπε ότι δεν νιώθει άνετα να «σκάει» ο Πάνος τόσο συχνά, ειδικά απροειδοποίητα. Δεν μπορούσαμε να χαλαρώσουμε ποτέ.
Ένα βράδυ, αφού είχα γυρίσει από μια πολύ χάλια μέρα στη δουλειά, πεινούσα, ήμουν κουτιασμένος και ήθελα απλά να κάτσω – όχι να μιλήσω ούτε για πέντε λεπτά. Εκείνη τη στιγμή, ξανασκάει ο Πάνος, μάλιστα είχε πάρει και δυο μπίρες. «Έλα ρε, τι θα κάνουμε απόψε;». Ξαφνικά, μου ήρθε το γέμισμα. Του είπα, χωρίς να φωνάξω, αλλά σίγουρα κάπως απότομα: «Φίλε, μπορείς σε παρακαλώ να μου στέλνεις μήνυμα πριν έρθεις; Θέλω κι εγώ λίγο χώρο, εντάξει; Δεν μπορώ κάθε μέρα, είμαι και άνθρωπος». Εκείνος με κοίταξε λίγο σα να μην το περίμενε καθόλου, χαμογέλασε διστακτικά και ξεφούσκωσε: «Έλα ρε συ, νόμιζα ότι το γουστάρεις. Σου είπα, το σπίτι είναι ανοιχτό… Δεν ήθελα να σε ενοχλήσω». Του είπα «οκ, αλλά θέλω να στέλνεις πρώτα, νιώθω ότι invasion είναι, ρε φίλε, δεν είναι κακό να το πω».
Απ’ αυτό το βράδυ και μετά, ζορίστηκε μαζί μου. Έρχονταν πολύ πιο σπάνια, πάντα με μήνυμα, αλλά γενικά είχε ψιλόμαζευτεί. Στην παρέα έλεγε πως «κάποιοι πλέον γουστάρουν μόνοι τους», πως «άλλαξαν οι άνθρωποι», τέτοια. Δεν με κατηγόρησε ακριβώς, αλλά έκανε σχόλια που έφταναν στα αυτιά μου, και μου έκαιγαν. Υπήρχαν και δύο-τρεις κοινοί γνωστοί που μου είπαν πως «ήσουν λίγο σκληρός μαζί του», πως εκείνος έχει μάθει αλλιώς – μεγάλωσε σε σπίτι με ανοιχτές πόρτες, ήταν πάντα πιο «αγκαλιά» άνθρωπος, δεν υποπτεύθηκε ποτέ ότι εγώ μπορώ να νιώσω πνιγμένος.
Μετά από λίγο, και η κοπέλα μου μου είπε ότι ίσως το έκανα «πιο θέμα από ό,τι έπρεπε» – ότι δηλαδή θα μπορούσα να βρω δώσω το μήνυμα με πιο ωραίο τρόπο, από κοντά και σε άλλο mood, όχι όταν βγήκε το άχτι μου. Αυτή πιστεύει (και δεν το ‘χει άδικο) ότι «στο κολλητιλήκι, άμα στραβώσεις τον άλλο, θα το κουβαλάει». Από την άλλη, εγώ ένιωσα δικαιολογημένα πιεσμένος – είναι το δικό μου σπίτι, τα δικά μου νεύρα, η δική μου ησυχία. Τι να κάνω; Να μη μπορώ να περάσω ένα βράδυ μόνος μου ή με την κοπέλα μου γιατί κάποιος παίρνει φόρα και το θεωρεί σπίτι του; Δεν είμαι ο τύπος που αλλάζει κάθε μέρα φάση, απλά έχω και την ανάγκη να ηρεμήσω – δεν είμαστε 22 χρονών να ανεχθείς τον άλλο σε κάθε mood.
Από τότε, μιλάμε αλλά σαν να έχει παγώσει λίγο η σχέση. Στην παρέα είμαστε τυπικοί και όχι όπως ήμασταν. Δεν αισθάνομαι άσχημα 100%, αλλά από την άλλη όταν περνάω καλά, σκέφτομαι ότι χάλασα φιλία χρόνων για μια… λεπτομέρεια. Μερικές μέρες λέω «οκ, καλά έκανες, μπράβο που έβαλες όρια», άλλες με τρώει το μέσα μου ότι ήμουν σκληρός – ο Πάνος δεν έχει κάποιο άλλο στήριγμα εδώ, ούτε μεγάλη οικογένεια. Αλλά πάλι, το όριο του «σπιτιού ανοιχτού» κάπου πρέπει να σταματά. Αυτό δεν σημαίνει ότι φοβάμαι ή αποφεύγω τους φίλους μου.
Έχω διχαστεί – ο φίλος μου, η κοπέλα μου και κάποιοι γνωστοί είπαν πως ήμουν απότομος, άλλοι συμφώνησαν ότι πρέπει να προσέχεις τα όριά σου. Εγώ πάντως νιώθω και λίγο τύψεις, ειδικά που το είπα σε μια στιγμή που είχα ανάγκη να αδειάσω.
Ήμουν εγώ ο μαλάκας της ιστορίας;
Αυτή την ιστορία μας την έστειλε ο Μιχάλης.