Θέλω να μιλήσω για κάτι που έχει παίξει πολύ μέσα στο μυαλό μου τελευταία και πραγματικά δεν ξέρω αν ήμουν εγώ ο μαλάκας ή αν είχα δίκιο, τελικά. Συγγνώμη αν βγει σεντόνι, αλλά πρώτη φορά το γράφω και πάω λίγο αυθόρμητα.
Λοιπόν, εγώ είμαι ο Τάσος, 34 χρονών. Ζω μόνος μου σε ένα μικρό δυάρι στα Κάτω Πατήσια και, μέχρι πρόσφατα, είχα μια παρέα που βλέπαμε πολύ συχνά ο ένας τον άλλον, γιατί ήμασταν όλοι ακόμα αρκετά φρέσκοι στην Αθήνα, μακριά από τα σπίτια μας. Μιλάω για τον Διονύση, 36, και την Ελπίδα, 35, που είναι ζευγάρι καμιά πενταετία τώρα και πολύ συνδεδεμένοι μεταξύ τους. Ήμασταν αχώριστοι, δηλαδή πολλές φορές εγώ ήμουν το κλασικό «τρίτο τροχό», αλλά ποτέ δεν το ένιωθα βαρίδι γιατί με είχαν ενσωματώσει πλήρως. Καταλαβαίνετε, βγαίναμε, βλέπαμε ταινίες, μέχρι και ταξιδάκια μικρά κάναμε.
Τα Χριστούγεννα που μας πέρασαν, και επειδή οι γονείς μου ήταν εκτός και δεν κατάφερα να ανέβω Θεσσαλονίκη, είπαμε να κάνουμε ρεβεγιόν στο σπίτι μου, να φτιάξουμε ο καθένας κάτι, να περάσουμε όμορφα, νορμάλ φάση. Εγώ καθάρισα, στόλισα, αγόρασα κρασιά και μεζέδες, και πρότεινα να φέρουν κι εκείνοι ό,τι ήθελαν. Είχαν αναλάβει το κυρίως φαγητό κι ένα γλυκό. Όλα κυλούσαν τέλεια. Φτάνουν, στρώνουμε, μιλάμε, αράζουμε. Εκεί κάπου αρχίζει το θέμα.
Η Ελπίδα, η οποία είναι πολύ της λεπτομέρειας και λίγο control freak, άρχισε να βάζει τις δικές της πινελιές στη γιορτή – δηλαδή, άλλαξε θέσεις στα πιάτα, «διορθώνει» πώς έβαλα τις πετσέτες, φέρνει κάτι δικά της ρεσό (ενώ ήδη είχα ανάψει εγώ δύο), προσπαθεί να βάλει άλλη μουσική. Μου φάνηκε λίγο υπερβολικό, αλλά λέω, εντάξει, έχει ενθουσιαστεί με τη γιορτή, ας περάσουμε καλά. Ο Διονύσης κι αυτός σχολιάζει, «Τάσο, χαλάρωσε, όλα θ’ανέβουν πίστα τώρα», γελάμε, το αφήνω.
Το θέμα είναι ότι, όσο προχωρούσε το βράδυ, εγώ άρχισα χωρίς να το θέλω να… στραβώνω, γιατί δεν ήταν πια το δικό μου σπίτι. Ένιωθα ότι απλά φιλοξενούσα, αλλά δεν το αναγνώριζε κανείς. Και στο πλύσιμο των πιάτων ίσα που με άφησαν να μπω κουζίνα – πήγαν να τα καθαρίσουν όλα μόνοι τους, να τα κατατάξουν στα ντουλάπια, κι είπαν μεταξύ τους για το πού θα βάλουν τι. Το ίδιο και με τα φαγητά στο ψυγείο, χωρίς καν να με ρωτήσουν, λες και δεν ξέρω πού μπαίνουν τα δικά μου πράγματα.
Ξέρω πως ακούγεται μικρό, αλλά για μένα ήταν κάτι που με πείραξε. Ένιωσα έξω από το σπίτι μου, άβολος, λες και δεν ήμουν ο οικοδεσπότης, αλλά κάποιος που δανείστηκε ένα διαμέρισμα για τη φάση. Κι εκεί είναι που έκανα, μάλλον, το λάθος μου: άρχισα να μιλάω πιο απότομα, ίσως να φάνηκα σνομπ, ίσως και λίγο παγωμένος – δηλαδή, απαντούσα μονολεκτικά, δεν γελούσα πια, σήκωνα τα φρύδια μου σε κάθε ιδέα. Σε φάση, όταν η Ελπίδα ζήτησε να ανοίξουμε κι άλλο παράθυρο επειδή ήθελε δροσιά, της είπα, ε πολύ ωραία θα πάρεις και το πάπλωμα να βγεις στο μπαλκόνι άμα θες τόσο φρέσκο αέρα.
Κάπου εκεί μαζεύτηκαν, κοιτάχτηκαν κρυφά, και ο Διονύσης (που γενικά τα αποφεύγει τα δράματα) γέλασε αμήχανα, αλλά η Ελπίδα στραβοκατάπιε. Πήγαν στην τουαλέτα μαζί, κάτι συζητήσανε και επέστρεψαν με ύφος “κομπλέ, θα φύγουμε μάλλον λίγο νωρίτερα, γιατί αύριο έχουμε νωρίς ξύπνημα”. Εγώ εκείνη τη στιγμή δεν ήξερα τι να πω, τους είπα απλά, «Νόμιζα θα αράζαμε περισσότερο, δεν πειράζει όμως, εντάξει, ευχαριστώ που ήρθατε». Δεν τους κράτησα περισσότερο, δεν έκανα σκηνή, απλά μαζεύτηκαν και έφυγαν.
Την επόμενη μέρα ο Διονύσης στέλνει μήνυμα να ρωτήσει αν όλα οκ, και του απαντάω ότι οκ είμαι, αλλά ένιωσα κάπως άσχημα που μπήκαν τόσο πολύ στα δικά μου πράγματα χωρίς να ρωτήσουν. Αυτός είπε ότι απλά ήθελαν να βοηθήσουν, να συνεισφέρουν στη γιορτή γιατί ένιωθαν σαν στο σπίτι τους και πίστευαν ότι έτσι κάνουν αβίαστα κάτι καλό. Επίσης είπε «Ελπίδα λίγο στεναχωρήθηκε, πρώτη φορά της είπαν ότι γίνεται “εισβολή”, σου εύχεται να είσαι πάντα καλά».
Από τότε η σχέση μας έχει ψιλοαπομακρυνθεί. Βρισκόμαστε πού και πού, αλλά δεν μου ανοίγονται πια όπως παλιά. Νιώθω ότι παρά το ότι ήμουν κάπως αγενής, προσπαθούσαν όντως να κάνουν τη βραδιά καλύτερη χωρίς να καταλαβαίνουν ότι για μένα ήταν θέμα χώρου, ορίων και… αξιοπρέπειας; Ίσως να έκανα υπερβολικά μεγάλο θέμα. Ίσως να έπρεπε να μιλήσω ανοιχτά από την αρχή αντί να κρατήσω μούτρα. Αλλά, να σας πω και το άλλο – μήπως κι εκείνοι να ρωτούσαν λίγο πριν αρχίσουν να πειράζουν τα πάντα; Μήπως δεν είναι αυτονόητο να πας κάπου και να συμπεριφερθείς σαν να είναι το δικό σου σαλόνι;
Τι να πω, ρε παιδιά. Από τη μία νιώθω ότι παραφέρθηκα, από την άλλη θυμάμαι πόσο στραγγισμένος ένιωσα και ότι απλά ήθελα να περάσω καλά, αλλά να κρατήσω και λίγο από το καταφύγιό μου, το σπίτι μου, κάπως «ιερό» ας πούμε.
AITA που αντέδρασα έτσι;
Αυτή την ιστορία μας την έστειλε ο Τάσος.