Ας ξεκινήσω λέγοντας πως γενικά αποφεύγω τις εντάσεις και το δράμα, ειδικά με τους φίλους μου – αυτοί είναι η δεύτερη οικογένειά μου, οι άνθρωποί μου. Δεν ήμουν ποτέ ο άνθρωπος που θα “τα κάνει θέμα” ή θα κρατήσει μούτρα. Αλλά αυτή η φορά… Δεν ξέρω, νιώθω ακόμα άβολα με το πως αντέδρασα και γι’ αυτό γράφω εδώ.
Λοιπόν, είμαστε μια παρέα εδώ και χρόνια – τρία άτομα. Εγώ, ο Νίκος και η Εύα. Περάσαμε μαζί τα φοιτητικά μας, δουλειές, ραντεβού, ξεπεράσματα, ταξίδια, όλα. Μοιραζόμαστε τα πάντα: φάγαμε ψωμί κι αλάτι, που λένε. Τα τελευταία δύο χρόνια, κάπως αραίωσε η παρέα – κυρίως επειδή και οι τρεις έχουμε περισσότερο “ενήλικες” ζωές, δουλειές, σπίτια, ευθύνες, αλλά προσπαθούμε να κρατάμε επαφή και να βρισκόμαστε όλοι μαζί όσο πιο συχνά γίνεται.
Πριν δύο εβδομάδες έκλεισα τα 32. Ανυπομονούσα, γιατί τέτοια μέρα, εδώ και χρόνια, είναι το “τελετουργικό” μας: οι δύο τους μου οργανώνουν κάτι μυστικό – μια βόλτα, ένα τραπέζι, μια έκπληξη τέλος πάντων. Φέτος μου έστειλαν μήνυμα στην ομαδική ότι θα βρεθούμε σπίτι του Νίκου, για πίτσα και χαλαρή μουσική. Απλό, αλλά χάρηκα γιατί ήθελα να τους δω, είχα κουραστεί τελευταία με όλα αυτά τα “ενήλικα”.
Φτάνω σπίτι του Νίκου κατά τις 8, έχω πάρει τα κέικ μου, είμαι με την καλύτερή μου διάθεση, μπαίνω και συνειδητοποιώ ότι έχει καλέσει… άλλους πέντε φίλους του από τη δουλειά, που εγώ δεν ξέρω και μάλιστα είχε φέρει και η Εύα δυο φίλες της. Ήταν δηλαδή ένας μικρός χαμός, και ξαφνικά ένιωσα πολύ “ξένος” μέσα στη δική μου γιορτή. Προσπάθησα να χαμογελάσω, να το πάρω χαλαρά, συστήθηκα, έκανα small talk, αλλά φαινόταν ξεκάθαρα ότι όλοι γνωρίζονταν εκτός από εμένα. Ακόμα και ο Νίκος – που πάντα φρόντιζε να γίνομαι μέρος της παρέας – έδειχνε να αφιερώνει περισσότερο χρόνο στους νέους του φίλους.
Όσο περνούσε η ώρα, ένιωθα όλο και πιο άβολα. Σε κάποια φάση που πήγα στην κουζίνα να φέρω μπίρα, άκουσα τον Νίκο να λέει σε κάποιον απ’ τους δικούς του “ναι, αυτός είναι ο παλιός μου φίλος, κλασικός, δεν τα πολυπάει με καινούριο κόσμο, αλλά γουστάρει γιορτές”. Φάνηκε ότι το είπε χαριτολογώντας, αλλά με πείραξε. Ένιωσα σαν “αξιοθέατο”, και όχι σαν τον λόγο που γίνεται το πάρτι.
Η βραδιά προχωράει, τίποτα δεν με βοηθάει να χαλαρώσω. Κάθε κουβέντα γυρίζει σε inside jokes μεταξύ των καινούριων, εκείνοι μιλάνε για πράγματα της δουλειάς τους, εγώ νιώθω ότι παλεύω να μην ακούγομαι παράταιρος. Ακόμα κι η Εύα, που συνήθως προσέχει – είχαμε έναν δικό μας κώδικα – έγνεφε συνέχεια στο κινητό της με τις φίλες της. Προσπάθησα δυο φορές ήσυχα να μπω στη δικιά τους κουβέντα αλλά, νιώθω ότι “ξέφυγαν” επίτηδες.
Κάποια στιγμή, κατά τις 10μισή, νιώθω ότι αν μείνω άλλο, θα κακοκαρδιστώ πραγματικά. Σηκώνομαι λοιπόν, πάω στον Νίκο και του λέω με ήρεμο ύφος ότι “θα φύγω γιατί είμαι πολύ κουρασμένος κι έχω νωρίς αύριο”. Με ρωτάει αν όλα καλά, λέω ναι, αν και μάλλον το είπε από ευγένεια, γιατί δεν έδωσε ιδιαίτερη βάση. Χαιρετάω διακριτικά, φεύγω.
Δεν το συζήτησα εκείνο το βράδυ, αλλά το σκεφτόμουν όσο περνούσαν οι μέρες. Αντί να νιώσω ότι πέρασα όμορφα στα γενέθλιά μου, ένιωθα πιο μόνος παρά ποτέ. Περίμενα ίσως ένα μήνυμα από αυτούς, τίποτα. Τρεις μέρες μετά, γράφω ένα μήνυμα στην ομαδική και λέω απλά: “Παιδιά, ειλικρινά δεν πέρασα καλά εκείνο το βράδυ. Ελπίζω να μη σας στεναχώρησα που έφυγα, αλλά θα προτιμούσα να ήμαστε οι τρεις μας, όπως πάντα, αντί για πάρτι με άλλο κόσμο. Ένιωσα πραγματικά ότι δεν ανήκα”.
Ο Νίκος μου απαντάει αρκετά ψυχρά: “Ρε συ, sorry, αλλά δεν γίνεται κάθε χρόνο να κάνουμε πάντα τα ίδια. Επίσης, όλοι μας γνωρίζουν νέους ανθρώπους, αλλά εσύ μοιάζει να θες τα πάντα όπως παλιά. Κάπου πρέπει να ανοιχτούμε κι αλλού”. Η Εύα μου είπε πιο ήπια ότι “έχει αλλάξει η ζωή μας και είναι ωραίο να βάζουμε νέους ανθρώπους στην παρέα μας”. Όταν τους είπα πως έχω ανάγκη να νιώθω σημαντικός εκείνη τη μέρα, άρχισαν να μου εξηγούν ότι “δεν τρέχει τίποτα, να μην το παίρνω προσωπικά, θα κάνουμε και εμείς κάτι οι τρεις μας άλλη μέρα”.
Στεναχωρήθηκα. Από μια πλευρά, τους καταλαβαίνω: μεγαλώνουμε, δουλεύουμε, κάνουμε άλλες παρέες. Ίσως κάνω “ζωή φοιτητή” όταν επιμένω να μην αλλάζει τίποτα. Από την άλλη όμως νιώθω ότι έχω κι εγώ δικαίωμα να μου λείπουν οι στιγμές που ήμασταν οι τρεις μας, να νιώθω σημαντικός έστω μια φορά το χρόνο στη γιορτή μου. Επίσης, η συμπεριφορά τους, ειδικά το σχόλιο του Νίκου και το ότι κανείς δεν με έψαξε μετά, με πλήγωσε βαθιά.
Κοιτάζοντας πίσω, αναρωτιέμαι: έπρεπε άραγε να το καταπιώ και να μη στενοχωρηθώ, αφού “έτσι αλλάζουν οι παρέες”; Έβαλα πολύ τον εαυτό μου πάνω από τους άλλους και έγινα παράλογος που ζήτησα κάτι που είχαμε παλιά; Πρέπει να “ωριμάσω” και να μην περιμένω τα ίδια πράγματα από ανθρώπους που αλλάζουν; Ή μήπως δικαιούμαι να περιμένω λίγο νοιάξιμο στην προσωπική μου μέρα;
AITA που αντέδρασα έτσι;
Αυτή την ιστορία μας την έστειλε ο Ανδρέας.