Πριν ξεκινήσω να γράφω αυτή την ιστορία, πραγματικά δεν είχα σκοπό να το πάρω τόσο βαριά. Δηλαδή, ξέρω ότι όλοι έχουμε τις κακές μας μέρες και μερικές φορές λέμε ή κάνουμε πράγματα που ίσως να φαίνονται υπερβολικά ή αδικαιολόγητα στους άλλους. Αλλά το σκέφτομαι και ξανασκέφτομαι, οπότε θέλω να το μοιραστώ εδώ μήπως μου πείτε μια εξωτερική άποψη.
Είμαι 34 χρονών και μένω σε μία γειτονιά της Αθήνας, μόνος μου, σε ένα μικρό δυαράκι. Τους γείτονές μου δεν τους ήξερα ποτέ πολύ καλά – μια καλημέρα, δυο κουβέντες στον διάδρομο και μέχρι εκεί. Λίγο πριν τα Χριστούγεννα, μετακόμισε στο διπλανό διαμέρισμα ένα ζευγάρι, ο Βαγγέλης και η Άννα, και φαίνονταν πραγματικά συμπαθητικοί. Το πρώτο καιρό μιλάγαμε απλά ευγενικά, μέχρι που μια μέρα ήρθε ο Βαγγέλης και μου χτύπησε την πόρτα να ζητήσει ζάχαρη (ναι, σαν παλιά ελληνική ταινία, δεν το πίστευα!). Κατέληξε να μείνει πάνω από μισή ώρα και μετά ξεκινήσαμε να πίνουμε καφέ που και που μετά τη δουλειά.
Η ιστορία όμως δεν έχει να κάνει τόσο με τον Βαγγέλη όσο με την Άννα. Η Άννα δουλεύει πολλές ώρες, λέει, και όταν τέλειωνε γυρνούσε σπίτι αργά, οπότε κυρίως μιλάγαμε με τον Βαγγέλη. Μία μέρα λοιπόν, η Άννα χτυπάει τη δική μου πόρτα. Με ρώτησε ευγενικά αν είχε μείνει ο Βαγγέλης πολύ στο σπίτι μου διότι είχε αφήσει κάτι ανοιχτούς λογαριασμούς στο σπίτι και εκείνη τον έψαχνε – anyway, τίποτα περίεργο, όλα “της γειτονιάς”.
Στους επόμενους μήνες αρχίσαμε να έχουμε λίγο παραπάνω επαφές, κυρίως όταν πηγαίναμε τυχαία στο μπακάλικο ή όταν ανεβαίναμε μαζί τις σκάλες. Ήμουν πάντα φιλικός, αλλά κρατούσα και τις αποστάσεις μου. Σιγά σιγά, όμως, μου φαινόταν πως η Άννα ήταν λιγάκι… παρεξηγησιάρα μαζί μου. Υπήρχαν φάσεις που έγνεφε τυπικά, άλλες που δεν απαντούσε καν στο “Καλημέρα” και άλλες που με κοίταζε λες και είχα κάνει κάτι κακό.
Φτάνουμε, λοιπόν, στην περασμένη εβδομάδα. Ήταν Παρασκευή βράδυ, ήμουν στο σπίτι, άκουγα λίγο πιο δυνατά μουσική απ’ ό,τι συνήθως (όχι να σείεται το ταβάνι, αλλά τέλος πάντων) και η ώρα ήταν κάπου έντεκα. Ξαφνικά χτυπάει το κουδούνι. Ανοίγω και είναι η Άννα, φανερά εκνευρισμένη. Μου λέει με ενοχλημένο ύφος: “Συγγνώμη, μπορείς να χαμηλώσεις λίγο τη μουσική; Έχουμε δουλειά αύριο.” Της απαντάω, ομολογουμένως λίγο αμήχανα και κάπως ειρωνικά (δε θα το κρύψω): “Εντάξει, συγγνώμη, δεν το κατάλαβα, θα την χαμηλώσω.” Το είπα λίγο ξερά.
Κλείνει την πόρτα χωρίς να πει “ευχαριστώ” και φεύγει. Εγώ, παρότι ήταν λίγο ντροπιαστικό, ένιωσα μέσα μου ενοχλημένος. Δεν ήταν η πρώτη φορά που συνέβαινε κάτι παρόμοιο, δηλαδή τις άλλες φορές ήταν μικροπαρατηρήσεις του τύπου αν κλείνω σωστά την εξώπορτα, αν αφήνω χαρτιά έξω από τον κάδο, τέτοια πράγματα. Κι εντάξει, καταλαβαίνω πως μερικά μπορεί να είναι θέμα τάξης ή ασφάλειας, αλλά σε μόνιμη βάση ένιωθα πως ό,τι έκανα, έφταιγα από κάτι. Άρχισα να αναρωτιέμαι, ειλικρινά, αν κάνω κάτι λάθος ή και άθελα να την ενοχλώ.
Το επόμενο πρωί πετυχαίνω τον Βαγγέλη όταν έφευγε για δουλειά και του λέω “Συγγνώμη αν τους ενόχλησα χθες, δεν είχα σκοπό.” Υποτίθεται πως θα το άφηνε εκεί, αλλά εκείνος αρχίζει να απολογείται για λογαριασμό της Άννας και μου λέει “Ξέρεις, έχει πολύ άγχος τελευταία, είναι κουρασμένη, γι’ αυτό ίσως να σου φάνηκε απότομη.” Εν μέρει το κατάλαβα – όλοι περνάμε δύσκολες περιόδους.
Αλλά την Κυριακή, τυχαίνει να ανεβαίνουμε πάλι μαζί το ασανσέρ με την Άννα και κατεβαίνοντας κοντοστέκεται και μου λέει, “Ελπίζω να μην παρεξηγήθηκες την Παρασκευή, απλά είχα δύσκολη μέρα.” Της απαντάω ευγενικά ότι δεν υπάρχει θέμα, αλλά πριν προλάβω να συμπληρώσω κάτι ακόμη μου «πετάει» ότι “Θα βοηθούσε να μην ακούγεται συχνά η μουσική.” Εκεί κατάλαβα ότι δεν ήταν απλά ένα bad day – μάλλον εγώ ήμουν ο ενοχλητικός της υπόθεσης. Μιας και το ξεκαθάρισε, της είπα “Έγινε, θα το προσέξω παραπάνω από εδώ και πέρα.”
Νιώθω, όμως, πως παρά το ότι προσπαθώ να είμαι τυπικός, διακριτικός και φιλικός, κάθε φορά στραβώνει το κλίμα μεταξύ μας για κάτι ασήμαντο ή που θα μπορούσε να λυθεί με δύο κουβέντες. Αρχίζω να αποφεύγω και τον ίδιο τον Βαγγέλη γιατί δε θέλω να δημιουργώ εντάσεις ή αμηχανία.
Τώρα, από τη μια πλευρά σκέφτομαι: Οκέι, όλοι έχουμε τα όριά μας και εγώ όντως είχα την μουσική λίγο πιο δυνατά απ’ ό,τι προστάζει η ώρα και ο σεβασμός στον γείτονα – ακόμα κι αν ήταν έντεκα και θεωρητικά «επιτρεπτό». Από την άλλη, ένιωσα –και εξακολουθώ να νιώθω– ότι κάπου ψιλομεγαλώνει το θέμα για πράγματα που θα μπορούσαν να λυθούν χαλαρά, χωρίς να καταλήγουν σε μούτρα, παρατηρήσεις ή εντάσεις.
Αναρωτιέμαι, επειδή όλα αυτά μου φαίνονται υπερβολικά από τη μεριά της Άννας ή μήπως εγώ όντως είμαι υπερευαίσθητος και παίρνω τοις μετρητοίς ό,τι γίνεται. Μπορεί να με ενοχλεί τόσο γιατί είμαι μόνος κι έχω συνηθίσει τα δικά μου ωράρια και τη δική μου ελευθερία; Μήπως δεν έχω μάθει να θεωρώ ότι η συμβίωση με άλλους, έστω και στο ίδιο κτίριο, προϋποθέτει πιο προσεκτική συμπεριφορά, ακόμα κι αν τυπικά δεν κάνω τίποτα “κακό”; Ή μήπως φταίω γιατί στην πρώτη παρατήρηση το πήρα προσωπικά και το έκρυψα πίσω από ειρωνικό ύφος;
Εγώ τώρα το μόνο που έχω καταφέρει είναι να μη νιώθω ιδιαίτερα άνετα ούτε στο σπίτι μου. Δεν βάζω μουσική από φόβο μην ακουστώ, αποφεύγω πια και τους δυο και νιώθω ότι αν κάνω κάτι, πάντα θα υπάρχει σχόλιο.
Ήμουν εγώ ο μαλάκας της ιστορίας;
Αυτή την ιστορία μας την έστειλε ο Χρήστος.