Θα προσπαθήσω να το γράψω όσο πιο ανοιχτά γίνεται για να βγει δίκαια η κρίση. Έχω 27 χρονών και ζω στην Αθήνα τα τελευταία 8 χρόνια. Τους δυο τελευταίους τρεις μήνες συγκατοικώ με μια φίλη μου από το πανεπιστήμιο, την Ελένη. Είναι φιλική, της αρέσει η παρέα και γενικά ήμασταν σαν δύο αδέρφια, αλλά τον τελευταίο καιρό έχουμε φτάσει να μη μιλάμε μεταξύ μας.
Στην αρχή πήγαιναν όλα ρολόι. Κάναμε βραδιές ταινίας, συχνά μαζεύαμε κοινούς φίλους στο σπίτι, βγαίναμε και κάναμε πλάκα. Γρήγορα όμως η καθημερινότητα μας παρουσίασε τις δυσκολίες της. Το σπίτι είχε τους κανόνες του: να πλένουμε τα πιάτα μας, να εναλλάσσουμε τις δουλειές, να χωρίζουμε τα έξοδα. Αυτά τα είχαμε συζητήσει και τα είχαμε συμφωνήσει και οι δύο στην αρχή. Πάντα θεωρούσα ότι είμαι σχετικά οργανωτικός, αλλά δεν είμαι και φανατικός της καθαριότητας, οπότε μου φαινόταν ότι όλα ήταν υπό έλεγχο.
Η Ελένη όμως ήταν λίγο πιο… σχολαστική. Στην αρχή μου έκανε παρατηρήσεις με χιούμορ: “Ρε, έχεις κάνει εργαστήριο το νεροχύτη, θα ξεπροβάλει καμιά καινούρια μορφή ζωής!” ή “Αν αφήσεις πάλι το καφέ άπλυτο θα τον φας κρύο αύριο!” Εγώ το έπαιρνα γενικά στην πλάκα, και απαντούσα “Ναι ναι, τώρα θα τα πλύνω”, αλλά καμιά φορά τα ξεχνούσα. Όμως δεν είχα σκεφτεί ποτέ ότι αυτό πραγματικά την ενοχλούσε τόσο.
Μετά ξεκίνησε να γκρινιάζει για έξοδα, του στυλ “Δεν αγόρασες χαρτί τουαλέτας, το είχα γράψει στη λίστα”, εγώ δούλευα πολύ, δεν προλάβαινα πάντα, αλλά κι εκείνη δούλευε εξίσου. Ήμουν λίγο χαλαρός, το παραδέχομαι. Όταν έλειπε το χαρτί, απλά το έφερνε κι έλεγα να τακτοποιήσουμε τα έξοδα μετά. Κάποιες φορές το άφηνα να μαζεύεται, το ίδιο και με τους λογαριασμούς, όχι κάτι τραγικό, αλλά καθυστερούσα να βάλω το μερίδιό μου, κυρίως επειδή όλο προέκυπτε κάτι άλλο πιο επείγον για μένα.
Εκεί που φτάσαμε στο ζουμί ήταν με κάτι δικές μου παρέες. Έφερα κάποιες φορές φίλους για βράδυ, κυρίως Σαββατοκύριακα, χωρίς πάντα να της λέω ακριβώς ποιοι θα είναι ή να ρωτήσω αν την πειράζει. Εμένα δεν με πείραζε όταν εκείνη έφερνε κόσμο, οπότε σκέφτηκα “Άντε, σιγά μη χρειάζεται κάθε φορά συνεννόηση, είμαστε ενήλικες”. Μία φορά φώναξα ένα φίλο μου που ήξερα ότι της άρεσε, απλά για να περάσουμε καλά όλοι. Απόρησε που δεν τη ρώτησα από πριν και όπως έμαθα μετά, της φάνηκε κάπως άβολο.
Τα παράπονα ξεκίνησαν να γίνονται πιο έντονα όταν με ρώτησε, “Μπορούμε να βάλουμε ένα πρόγραμμα με τις δουλειές, γιατί νιώθω πως όλο εγώ σκουπίζω και μαζεύω;” Εκεί λίγο τσίτωσα. Της είπα, “Ελένη, συγγνώμη αν ξεχνάω καμιά φορά, αλλά δεν το κάνω επίτηδες—έχω τα δικά μου στο κεφάλι και φροντίζω, απλά δε θα σκούπισω κάθε μέρα. Μα κι εσύ σε κάποια άλλα πράγματα δεν συμμετέχεις πολύ, π.χ. στα κοινά ψώνια.”
Γενικά προσπαθούσα να είμαι ψύχραιμος, αλλά όσο οι παρατηρήσεις γίνονταν συχνότερες, τόσο πιο αμυντικός γινόμουν. Μου έβγαινε ότι δίκιο έχει, αλλά δεν μπορούσα να αντέξω να με κυνηγάει για το κάθε τι. Της το είπα: “Εντάξει, δεν είμαστε και ζευγάρι! Μη με ζαλίζεις για το κάθε πιάτο!” Εκείνη το πήρε αρκετά προσωπικά. Μου είπε ότι στη συγκατοίκηση αν δεν έχεις κάποιους στοιχειώδεις κανόνες, όλοι τη βγάζουν άσχημα. Εκείνη νιώθει πως τραβάει μόνη της το κουπί, πως την εκμεταλλεύομαι. Της είπα ότι αυτό είναι άδικο, γιατί ούτε τα ψώνια μπορεί να πει ότι τα μοιράζουμε δίκαια και εντάξει, μπορεί να αργώ μερικές μέρες να πληρώσω το ρεύμα, αλλά ποτέ δεν την έχω αφήσει εκτεθειμένη με λεφτά.
Η αλήθεια είναι ότι μετά από αυτό άρχισε να απομακρύνεται. Δεν μιλούσαμε πολύ, βλέπαμε ξεχωριστά τηλεόραση, ήμασταν σαν ξένοι. Εγώ το έκανα χειρότερο. Έγινα ακόμη πιο χαοτικός με τις δουλειές, σκεπτόμενος “για να δει πως αισθάνεται”. Κάποιες μέρες της άφησα επίτηδες τη σακούλα με τα σκουπίδια δίπλα από την πόρτα, για να αναγκαστεί να τα βγάλει. Το είχε κάνει ήδη κάποιες φορές και πίστευα ότι εγώ απλά θα ισοφαρίσω τη “χασούρα”. Τα γάντια όμως δεν βγήκαν ποτέ. Εκείνη άρχισε να χάνει την υπομονή της, ώσπου μία μέρα έγινε έκρηξη· την βρήκα να σηκώνει τη φωνή “Δε θέλω άλλο να καθαρίζω μετά από σένα. Ή θα τηρήσουμε πρόγραμμα και θα σεβαστούμε ο ένας τον άλλο ή θα μείνει ο καθένας μόνος του.”
Η αλήθεια είναι ότι ενώ ήξερα πως έχει ένα δίκιο, θίχτηκα πολύ. Νόμιζα ότι ήμασταν φίλοι, γι’ αυτό και εγώ έκανα τα πράγματα χαλαρά, να μη φτάνουμε σε αυτό το “εγώ-εσύ”. Έτρεξα να της πω “Οκ, να κάνουμε πρόγραμμα, αλλά δεν αντέχω να νιώθω ότι ζω σε στρατόπεδο.” Δεν ξέρω πόσο δίκιο είχα. Ήμουνα αμελής, σίγουρα, αλλά ένιωσα ότι η Ελένη με έβαλε σε καλούπι που δεν μπορώ να χωρέσω 100%. Εκείνη βέβαια νιώθει πως χωρίς όρια, δεν αντέχει.
Αυτή τη στιγμή έχουμε μια ψυχρότητα στο σπίτι. Τηρώ το πρόγραμμα όσο μπορώ, αλλά νιώθω ότι δεν έχουμε πια τίποτα κοινό. Της εξήγησα πως δεν το έκανα επίτηδες, και ότι απλά θέλω ένα σπίτι που νιώθω άνετα—όπως κι αυτή δικαιούται να νιώθει άνετη. Εκείνη μου είπε ότι αν δεν αλλάξει η κατάσταση, καλύτερα να βρούμε να μείνουμε αλλού ο καθένας.
Βλέποντας την όλη κατάσταση, έχω αμφιβολίες. Ξέρω ότι έχω ευθύνη, δε θα πω ψέματα. Μήπως όμως ήταν υπερβολικό όλο αυτό το micro-management στο σπίτι; Ήτανε τελικά τόσο λάθος που αντέδρασα έτσι και απλά προσπάθησα να είμαι ειλικρινής με τον χαρακτήρα μου; Ή μήπως έχω φανεί εγώ τελείως ανώριμος και παρτάκιας;
Οπότε λοιπόν ρωτάω: Ήμουν εγώ ο μαλάκας της ιστορίας;
Αυτή την ιστορία μας την έστειλε ο Ανδρέας.