AITA STORIES – Ο Νίκος, η φίλη της Κωνσταντίνας και τα όρια στο σπίτι τους

Δεν ξέρω καν πώς να ξεκινήσω, πρώτη φορά γράφω εδώ, αλλά διαβάζω χρόνια και νιώθω ότι μόνο εσείς μπορείτε να μου πείτε αν τελικά είχα δίκιο ή υπερβάλλω τελείως. Οπότε, καλά να πάθω αν με “κράξετε”.

Εγώ είμαι ο Νίκος, 34. Είμαι παντρεμένος με την Κωνσταντίνα εδώ και πέντε χρόνια, και μένουμε στην Αθήνα. Αν και γενικά η σχέση μας είναι καλή, υπάρχει ένα “αγκάθι”: οι στενοί φίλοι της, ειδικά η Μαρίνα. Ξέρετε τώρα, εκείνη η φίλη που υποτίθεται ότι τη γνωρίζει καλύτερα από όλους – μαζί από το λύκειο, φασώματα, ιστορίες, τα κλασικά.

Λοιπόν, εγώ δουλεύω σε μεταφορική και κάνω περίεργες βάρδιες. Αρκετά συχνά γυρίζω σπίτι κουρασμένος και έχω λίγες ώρες για να χαλαρώσω ή να ξεκουραστώ. Η Κωνσταντίνα έχει σταθερό ωράριο και, γιατί όχι, φέρνει συχνά τις φίλες της σπίτι, να τα πούνε. Η ενόχληση ξεκίνησε δειλά-δειλά πριν έναν χρόνο. Τις περισσότερες φορές που έρχονταν, δεν με ενοχλούσε – έμπαινα στο δωμάτιο για τη δουλειά ή καθόμουν λίγο να μιλήσω και μετά χανόμουν. Αλλά η Μαρίνα γινόταν όλο και πιο “άνετη” με το χώρο μας. Έφερνε φαγητά, καθόταν με τα πόδια ψηλά στο τραπεζάκι, τσιμπολογούσε από τα ντουλάπια μας λες και είναι το σπίτι της. Εντάξει, αυτά τα προσπερνούσα.

Το μεγάλο ζόρι άρχισε φέτος τον Ιανουάριο. Είχα μια άσχημη βδομάδα – είχα δουλέψει διπλές βάρδιες, ήμουν εξαντλημένος και το μόνο που ήθελα ήταν να πέσω στον καναπέ, να δω μπάλα και μετά να κοιμηθώ σα βόδι. Η Κωνσταντίνα μόλις είδε ότι γύρισα νωρίς μού είπε “Θα ‘ρθει η Μαρίνα, χρυσέ μου, να τα πούμε, δεν σε πειράζει;” Είπα “αρκεί να μην αράξουν στο σαλόνι, θέλω τον καναπέ και τη ησυχία μου”. Αυτή είπε “Ναι, ναι, μην ανησυχείς, θα βγούμε μπαλκόνι”. Πράγμα που ποτέ δεν γίνεται, πάντα σαλόνι.

Στα μισά του αγώνα ακούω τη Μαρίνα να μπαίνει, και μέσα σε πέντε λεπτά αράζουν δίπλα μου και αρχίζουν το κουβεντολόι, τα γέλια, τις ιστορίες “θυμάσαι τότε στη σχολή…”, και ό,τι συνέβαινε στη δουλειά της (ποτέ δεν τους νοιάζει το τι κάνω εγώ). Η τηλεόραση παίζει, αυτές μιλάνε δυνατά, και δε μπορώ να συγκεντρωθώ. Τους λέω ήρεμα “κορίτσια, συγγνώμη, αλλά μπορώ να δω λίγο τον αγώνα;”. Η Κωνσταντίνα μου απάντησε κάπως απότομα “Εδώ ζούμε κι εμείς, Νίκο”.

Προσπάθησα να συμβιβαστώ. Ξάπλωσα στον καναπέ με τα ακουστικά και έβαλα την ένταση στο τέρμα. Ένιωσα όμως να βράζω. Μετά από λίγο η Μαρίνα άρχισε να λέει κάποια παντελώς αδιάκριτα πράγματα για εμένα, παρουσία μου (“Καλά, πώς αντέχεις τις βάρδιες του Νίκου; Μπράβο σου!”), ενώ γελούσαν και έκαναν πλάκα αν “πλένω πιάτα” και τέτοια. Ναι, γενικά πειράγματα, αλλά είχα πιεστεί πολύ. Τέλος πάντων, κατάλαβα ότι δε θα βρω ησυχία, οπότε πήγα στο υπνοδωμάτιο.

Την άλλη μέρα το κουβέντιασα με την Κωνσταντίνα. Της είπα ότι νιώθω καλεσμένος στο ίδιο μου το σπίτι, σχεδόν αποκλεισμένος από το χώρο. Μου είπε “άλλους άντρες τους χαλάει να έρχεται η φίλη, εσύ χαλιέσαι επειδή μιλάμε δυνατά;”. Της είπα πως νιώθω ότι η Μαρίνα δε με σέβεται. Η Κωνσταντίνα εκνευρίστηκε, το πήρε προσωπικά (“απλά θέλω να περνώ καλά με μια φίλη μου, δε σε καταπιέζουμε!”). Βρεθήκαμε σε αδιέξοδο.

Από τότε, όποτε ερχόταν η Μαρίνα και δεν ήμουν στη βάρδια, εγώ έφευγα να πάω στο καφέ ή γύρο στη γειτονιά να μην τις ακούω. Αυτό κράτησε κάνα μήνα και η Κωνσταντίνα άρχισε να μου το χρεώνει: “Δεν μου αρέσει αυτή η συμπεριφορά σου, κάνεις σα μωρό”.

Σκέφτηκα λοιπόν να βάλω ένα όριο με ήρεμο τρόπο. Βρεθήκαμε και οι τρεις στο σπίτι ένα βράδυ (παραγγείλαμε πίτσες, όχι τίποτα ιδιαίτερο) κι εκείνη τη φορά ήμουν αποφασισμένος να το πω ψύχραιμα. Όταν ξεκίνησαν πάλι τα αστεία για το πώς διαχειρίζομαι τη δουλειά και τα “αστεία” για το χάος που αφήνω στον πάγκο της κουζίνας, είπα “Να σας πω κάτι, θέλω να το πω με καλή διάθεση, αλλά νιώθω λίγο έξω απ’ τα νερά μου όταν συζητάτε συνέχεια για μένα. Προτιμώ να μιλάμε όλοι μαζί ή αν θέλετε ιδιωτικότητα, μπορώ να λείπω απ’ το σπίτι κανονικά, απλά να το ξέρω”. Σιωπή.

Η Μαρίνα σκυθρώπιασε. Σηκώθηκε, είπε “Δεν είναι ανάγκη να είμαι τρίτος στον καναπέ σας, μια χαρά περνούσαμε πριν” – και σηκώθηκε να φύγει. Η Κωνσταντίνα θύμωσε πολύ. Μου είπε πως “κατάφερα να κάνω τη φίλη της να νιώσει άβολα στο σπίτι μας, πως δεν ήταν πρέπον μπροστά σε τρίτο άτομο, και πως αν ήθελα να παραπονιέμαι, να το κάνω σε εκείνη κι όχι δημόσια”.

Για μέρες το κλίμα στο σπίτι ήταν ψυχροπολεμικό. Η Κωνσταντίνα δεν μου μιλούσε παρά μόνο τα απαραίτητα. Εγώ, να πω την αλήθεια, ένιωθα ενοχές – μήπως όντως έθεσα τα όρια κάπως άγαρμπα; Μήπως ήταν καλύτερα να το κρατήσω μεταξύ μας; Από την άλλη, η Μαρίνα σχεδόν κατοικούσε στο σπίτι μας τα βράδια, οπότε δεν έβρισκα τρόπο να το αποφύγω.

Το πράγμα το χαλάει περισσότερο ότι εγώ γενικά δεν είμαι ο τύπος που ανοίγει εύκολα τέτοιες κουβέντες. Πάντα κάνω πίσω στα μικρά πράγματα, φοβάμαι τη φασαρία. Το σκέφτομαι με τύψεις: αν την έκανα τη Μαρίνα να αισθανθεί ανεπιθύμητη χωρίς λόγο; Μήπως, τελικά, αντί να μπω στη θέση τους, έβαλα το εγώ μου πάνω απ’ τη ζυγαριά του “μαζί”; Η Κωνσταντίνα υποστηρίζει ότι η φιλία τους είναι ιερή κι ότι εγώ απλά μεγαλοποιώ το θέμα για να καλύψω τα δικά μου κολλήματα.

Από τότε η Μαρίνα δεν ήρθε ξανά σπίτι, μόνο σε καφετέριες συναντιούνται, και κάποιες φορές ψιλογλένταει το θέμα με φίλες τους (“α, ο Νίκος θα μας διώξει αν κάνουμε φασαρία!”). Δεν ξέρω πώς να το πάρω. Πραγματικά, ήθελα απλά ησυχία και λίγο σεβασμό στο χώρο μου. Μήπως όμως υπερέβαλα; Μήπως φέρθηκα μικροπρεπώς και τους χαλάω τις στιγμές τους για το τίποτα;

Βάζω ειλικρινή ερώτηση – AITA που αντέδρασα έτσι;

Αυτή την ιστορία μας την έστειλε ο Νίκος.