Εδώ και μερικούς μήνες, μένω με δύο άλλους συγκάτοικους στην ίδια πολυκατοικία στο Παγκράτι. Ο καθένας μας έχει το δωμάτιό του, όμως κουζίνα και μπάνιο είναι κοινόχρηστα. Το διαμέρισμα είναι ωραίο, φτηνό και τα παιδιά, ο Νίκος και η Μαρία, ήταν από την αρχή σχετικά εύκολοι στη συνεννόηση. Ή τουλάχιστον έτσι πίστευα.
Τα πράγματα γενικά κυλούσαν ομαλά, με τις συνήθεις μικροτριβές της συγκατοίκησης – τύπου “ποιος ξέχασε να βγάλει τα σκουπίδια”, “ποιος άφησε το πιάτο του στον νεροχύτη” κτλ. Τίποτα το δραματικό. Εγώ προσωπικά είμαι σχετικά προσεκτικός, δεν θα αφήσω νερά, θα πλύνω τα δικά μου πιάτα, θα πάρω σειρά στο σφουγγάρισμα. Δεν λέω, κι εγώ θα ξεχάσω κάτι, αλλά συνήθως τα μαζεύω γρήγορα.
Το θέμα ξεκίνησε από ένα πολύ συγκεκριμένο -και γι’ αυτούς ευαίσθητο, όπως αποδείχτηκε- ζήτημα: το πλυντήριο πιάτων. Έχουμε πλυντήριο, αλλά μικρό, μόνο για 4-5 σερβιρίσματα. Από την αρχή, ο άγραφος κανόνας ήταν να το γεμίζει όποιος έχει τα περισσότερα άπλυτα, και να το βάζει όταν γεμίζει, χωρίς πολλά πολλά. Εγώ σπάνια χρησιμοποιούσα πολλά πιάτα, έτρωγα κυρίως στη δουλειά, και αν χρησιμοποιούσα ένα ποτήρι ή ένα πιάτο, το έπλενα με το χέρι.
Ο Νίκος κι η Μαρία, από την άλλη, δούλευαν από το σπίτι τις περισσότερες μέρες, έτρωγαν σχεδόν όλα τους τα γεύματα εδώ. Λογικό, είχαν πιο πολλά πιάτα. Κι έτσι λίγο πολύ αυτοί έβαζαν το πλυντήριο και το άδειαζαν κιόλας. Πολλές φορές έβρισκα το δικό μου ποτηράκι να έχει πλυθεί μαζί με τα δικά τους, το έπαιρνα, έλεγα εντάξει, είναι οκ.
Όμως τον τελευταίο μήνα, η Μαρία άρχισε να παρατηρεί πιο συχνά ότι κάποιοι “δεν συμμετέχουν ισότιμα”, ότι “πάντα γεμίζουμε εμείς και εσύ τα εκμεταλλεύεσαι”. Της εξήγησα ότι, όταν έχω όντως πολλά πιάτα, τα βάζω κι εγώ, αλλά απλά τυχαίνει να μην λερώνω τόσα πολλά. Με κοίταγαν και οι δυο λίγο περίεργα, λες και έλεγα δικαιολογίες.
Κάποια μέρα, έλειπα όλη μέρα από το σπίτι – είχα φύγει πρωί και γύρισα αργά το βράδυ. Βρήκα ένα χαρτάκι κολλημένο στο ντουλάπι μου, γραμμένο στα γρήγορα: “Σε παρακαλούμε να βάζεις κι εσύ τα πιάτα στο πλυντήριο. Δεν είμαστε υπηρέτες σου.” Ομολογώ ότι ένιωσα κάπως νευριασμένος, γιατί, ειλικρινά, δεν θεωρώ ότι τους φορτώνω δουλειά. Εγώ αν είχα άπλυτα, θα τα έβαζα, αυτό κάνω πάντα.
Την επόμενη μέρα το συζήτησα μαζί τους. Τους είπα ξεκάθαρα ότι δεν περίμενα να μου πλένουν πιάτα – αν βρω το δικό μου μέσα, το παίρνω ή λέω ευχαριστώ, και σπάνια συμβαίνει αυτό. Πήγα μάλιστα και έδειξα το πρόγραμμα που αφήνει το πλυντήριο, ότι π.χ. “εχθές δεν είδα κανένα δικό μου σκεύος μέσα”. Η Μαρία αντί να το δει αντικειμενικά, είπε “δεν είναι θέμα ποσοτήτων, είναι θέμα συνεπειας στη συγκατοίκηση”. Εκεί κάπου έχασα την ψυχραιμία μου και είπα “θέλετε να αρχίσω να λερώνω περισσότερα πιάτα για να ισορροπήσει; Να τα αφήνω όλα για το πλυντήριο και να μην τα πλένω ποτέ μόνος μου; Μήπως σας βολεύει αυτό καλύτερα;”
Ο Νίκος το πήρε πιο ψύχραιμα και είπε απλά “ίσως να πρέπει να σκεφτούμε ένα σύστημα, με βάρδιες ή σημειωματάριο, να μην υπάρχουν παρεξηγήσεις”. Συμφώνησα – και μάλιστα πρότεινα να κρατάμε κάθε εβδομάδα ποιος βάζει το πλυντήριο και πόσες φορές κάποιος το άδειασε, ώστε να μοιράζεται το βάρος. Η Μαρία αντέδρασε, λέγοντας ότι αυτό είναι υπερβολικό και “πρέπει να το νιώθουμε ως ομάδα, όχι να λογαριαζόμαστε σαν λογιστές”.
Ομολογώ, στο σημείο αυτό, ένιωσα χαμένος. Από μέσα μου σκεφτόμουν, τι άλλο να κάνω; Πραγματικά δεν λουφάρω, αλλά ούτε και γκρινιάζω για τις δικές τους ακαταστασίες (που υπάρχουν, εννοείται). Εφόσον δεν λερώνω πολλά, γιατί να βάζω κάθε βδομάδα το πλυντήριο; Και γιατί να βγάζω εγώ τα δικά τους σερβίτσια ή να αδειάζω συνέχεια όταν δεν προλαβαίνω ούτε τα δικά μου να λερώνω;
Από τότε η ατμόσφαιρα βάρυνε αισθητά. Η Μαρία σταμάτησε να μου μιλάει πέρα από τα απαραίτητα, ενώ ο Νίκος κάνει διακριτικές προσπάθειες να λειτουργούμε αρμονικά. Μια φορά, όταν πήγα να πλύνω το δικό μου πιάτο στο χέρι (από συνήθεια), τον είδα να με κοιτάει λίγο περίεργα, σαν να του χρωστούσα κάτι. Ανέντιμα σκέφτομαι πολλές φορές, μήπως να τα παρατήσω και να αδειάσω το σπίτι, αλλά μου αρέσει η γειτονιά, και δεν θέλω να χαλάσω τη συμβίωση για ένα τόσο ανόητο θέμα. Από την άλλη, φοβάμαι μήπως γίνομαι όντως εκείνος που “φορτώνει” τους άλλους, χωρίς να το καταλαβαίνω.
Σκέφτομαι κυνικά καμιά φορά: ίσως, ό,τι και να κάνεις σε συγκατοίκηση, πάντα κάτι θα φταίει. Από την άλλη, μήπως ήμουν εγώ που δεν είδα το ζήτημα στην ουσία του, δηλαδή στην αίσθηση αδικίας που ένιωθαν οι άλλοι, κι όχι στους αριθμούς και τα γεγονότα; Ίσως ήμουν υπερβολικά πρακτικός και καθόλου “ομαδικός” στη συμπεριφορά μου. Δεν ξέρω… όποιος έχει ζήσει σε συγκατοίκηση καταλαβαίνει τι λέω.
Αυτό που σκέφτομαι τώρα, είναι αν η δική μου ψυχραιμία ήταν τελικά παθητική αδιαφορία. Έχω ενοχληθεί απ’ τη συμπεριφορά τους, αλλά έχω και ενοχές μήπως τελικά δεν είμαι τόσο “εντάξει” όσο νόμιζα. Δεν μπορώ να πω πως δεν άφησα να δημιουργηθεί η ένταση – έκανα κι εγώ το σαρκαστικό μου σχόλιο. Τι να έκανα κιόλας όμως;
Ήμουν εγώ ο μαλάκας της ιστορίας;
Αυτή την ιστορία μας την έστειλε ο Μιχάλης.