AITA STORIES – Ο Μάριος, η παρέα και τα «αστεία» που πόνεσαν

Η ιστορία που θα σας γράψω, ακόμη με ταλανίζει κάπου βαθιά μέσα μου, και γι’ αυτό αποφάσισα να τη μοιραστώ εδώ, μπας και πάρω μια δίκαιη γνώμη απ’ όλους εσάς που βλέπετε τα πράγματα πιο απ’ έξω. Προειδοποιώ, δεν έχω καμιά διάθεση να το παίξω άγιος. Έγιναν λάθη και από τις δυο πλευρές – και από μένα. Αλλά από την άλλη, νιώθω κι ένα δίκιο, γι’ αυτό θα ήθελα να μάθω αν όντως έπραξα λάθος, ή αν δικαιολογούμαι.

Λοιπόν, είμαι ο Μάριος, 36 χρονών. Δουλεύω σε μια μεγάλη εταιρεία στα Βόρεια Προάστια, γραφείο, προγραμματιστής, οι ρυθμοί γνωστοί: πολύ τρέξιμο, πολλές ώρες μπροστά στον υπολογιστή, και οι σχέσεις μέσα στη δουλειά τυπικές, ως επί το πλείστον. Ωστόσο με τον Τάσο, έναν συνάδελφο, τα πήγαινα πάντα καλά. Ήταν ο πρώτος που μου έδειξε τις “παγίδες” της εταιρείας, μου άνοιξε τα μάτια στα “παιχνίδια” του γραφείου, κάναμε και κάποιες καλημέρες έξω από τη δουλειά, ποτά, παραλίες, γίναμε αρκετά φίλοι.

Τα τελευταία δύο χρόνια βγαίναμε παρέα, αλλά περίπου έναν χρόνο τώρα, έφερε στη ζωή του τη Μαρία, μια κοπέλα γύρω στα τριάντα τρία, που τελικά έγινε και σύντροφος του. Συμπαθέστατη, εξωστρεφής, καμία σχέση με μένα (εγώ πιο κλειστός τύπος). Τα λέγαμε όταν βρισκόμασταν όλοι μαζί, κι εκείνη με τις φίλες της μας είχε βάλει στα σχέδια, καμια φορά και με το ζόρι θα έλεγα, αλλά, εντάξει — δεν ήθελα να δείχνω ότι δεν γουστάρω.

Το θέμα ξεκίνησε απ’ όταν, ας πούμε, η Μαρία μπήκε πολύ δυναμικά στη ζωή της παρέας. Έκανε κουμάντο, οργάνωνε τα πάντα, έστελνε μηνύματα για ομαδικές εξόδους, έβαζε λόγια, ακόμη και στη δουλειά – στον Τάσο έλεγε “μήπως να πεις στον Μάριο να βοηθάει περισσότερο;” ή “αυτό το project μήπως να πάρει πιο σοβαρά ο Μάριος;”. Εκεί αρχικά το έπαιρνα για καλοπροαίρετη παρέμβαση, ότι νοιάζεται για τη δουλειά του Τάσου. Στην αρχή ήμουν ανεκτικός, μετά όμως άρχισε να με πνίγει. Ναι, ήμουν και εγώ λίγο εύθικτος, δεν το κρύβω.

Το αποκορύφωμα ήρθε πριν δύο μήνες, όταν ο Τάσος έκλεισε τα 35. Η Μαρία είχε πει να κάνουμε «έκπληξη πάρτι» στο σπίτι της. Εγώ, λόγω δουλειάς και κούρασης, δεν είχα πολύ διάθεση, αλλά δεν ήθελα να του χαλάσω τη χαρά. Βοήθησα μάλιστα στο στήσιμο — κουβάλησα ποτά, πήγα νωρίτερα, μάζεψα κάτι φίλους. Εκείνο το βράδυ, όπως καθόμασταν στη βεράντα, ακούγω τη Μαρία — μπροστά σε όλους, με αρκετή δόση ειρωνείας — να με ρωτάει “εσύ βρε Μάριε, πότε θα νοικοκυρευτείς;”, “γιατί δεν βρίσκεις ένα κορίτσι σαν άνθρωπος, να ησυχάσουμε κι εμείς;” ή “μήπως δεν θες να βρεις;”.

Όλοι γέλασαν, αλλά εγώ έκανα μία ηλίθια γκριμάτσα και απλά χαμογέλασα, να το σώσω. Δεν ήξερα πώς να αντιδράσω εκείνη τη στιγμή, ντράπηκα. Γενικά δεν μου αρέσουν πολύ τα “πειράγματα”, ειδικά όταν ξεφεύγουν από το ευγενικό χιούμορ, και πόσο μάλλον δημόσια και χωρίς να ξέρω τους πάντες από την παρέα καλά.

Εκείνο το βράδυ πήγα σπίτι και το σκεφτόμουν ώρες. Μου κακοφάνηκε. Όχι μόνο γιατί εκτέθηκα, αλλά γιατί ένιωσα ότι όλο αυτό ήταν ένα γενικότερο κλίμα — λες και είμαι κάποιος περίεργος, προβληματικός που δεν έχει σχέση και περνάει τη ζωή του μόνος και «δε μεγάλωσε» ακόμα κλπ. Έτσι αποφάσισα να της το πω. Της έστειλα μήνυμα πολύ ήπια, και της είπα ότι με πείραξαν τα σχόλιά της, ότι δεν ήταν ούτε αστεία ούτε ευγενικά. Αυτή στην αρχή τα πήρε στην πλάκα, μου είπε “χαλάρωσε λίγο, όλοι φίλοι είμαστε, πειράγματα κάνουμε”, αλλά επέμεινα: “Η παρέα έχει όρια, δεν είμαι υποχρεωμένος να ανέχομαι τέτοια σχόλια, ειδικά μπροστά σε κόσμο που μόλις γνωρίζω”.

Σε αυτό το σημείο η Μαρία το πήρε στραβά και, το ίδιο βράδυ, ο Τάσος μου έστειλε μήνυμα — ψιλοξενερωμένος — ότι “είμαι υπερβολικός”, ότι “η Μαρία είναι αυθεντική και δεν κρύβει τα συναισθήματά της», και ότι “αν θίγομαι από ένα αστείο, τότε ίσως και να μην ταιριάζουμε τόσο πολύ σαν παρέα». Εκεί, ομολογώ, τα ‘χασα — για πρώτη φορά ένιωσα εντελώς απ’ έξω. Γύρισα το θέμα, είπα να κάνουμε ένα διάλειμμα και από τις εξόδους, να ηρεμήσω κι εγώ κι εκείνοι.

Έγινε, λοιπόν, αυτό το “διάλειμμα”. Πέρασαν δυο τρεις εβδομάδες χωρίς να βρεθούμε καθόλου. Δεν είχα κουράγιο ούτε σε ομαδικά μηνύματα να απαντήσω. Κάποιοι κοινοί φίλοι μού είπαν ότι με “ψιλοκουτσομπόλεψαν”, ότι είμαι “ξενέρωτος” και “υπερευαίσθητος”. Άλλοι πάλι μου είπαν ότι η Μαρία όντως το παράκανε και σε άλλες περιστάσεις, και οτι δεν είμαι ο μόνος που ενοχλήθηκα. Και δίκιο να είχα, σκέφτομαι, μήπως το έκανα “βουνό” και χαλάω τις ισορροπίες της παρέας; Έχω τύψεις, νιώθω μοναξιά μερικές φορές, αλλά δεν μπορώ να το καταπιώ. Από την άλλη, αναρωτιέμαι μήπως ήταν δική μου ευθύνη να το πάρω πιο χαλαρά, να πω κι εγώ μια κοτσάνα παραπάνω, να μην κολλάω στα πάντα. Όχι πως ποτέ δεν πειράζω τους άλλους, αλλά ποτέ δεν φτάνω σ’ αυτό το σημείο, τουλάχιστον έτσι πιστεύω.

Να συμπληρώσω (μπας και βοηθήσει στην κρίση σας): φυσικά κι εγώ έχω πει χαζομάρες, μερικές φορές στον Τάσο ή και σε άλλους, που μπορεί να ενόχλησαν, αν και δεν το θυμάμαι να γίνεται έτσι δημόσια. Επίσης, πλέον διστάζω να στείλω μήνυμα στον Τάσο — φοβάμαι οτι όλα είναι περίεργα. Σκέφτομαι αν πρέπει να ζητήσω και κάπου συγγνώμη, ή μήπως να αφήσω την μπάλα στο γήπεδο τους.

Οπότε, πραγματικά ρωτάω: Ήμουν εγώ ο μαλάκας της ιστορίας που δεν κατάλαβα “χιούμορ” ή το παράτράβηξα με τη στάση μου και απομακρύνθηκα από την παρέα;

Αυτή την ιστορία μας την έστειλε ο Μάριος.