AITA STORIES – Ο Γιώργος που μάλωσε την κολλητή του γιατί δεν έβλεπε πόσο άσχημα της φερόταν ο σύντροφός της

Θα σας πω μια ιστορία που με βασανίζει τον τελευταίο καιρό, επειδή ακόμα δεν είμαι σίγουρος αν φέρθηκα σωστά ή απλώς άφησα τα νεύρα και τον εγωισμό μου να με οδηγήσουν. Ας πω ότι είμαι ο Γιώργος, 34, και ζω μόνος μου τα τελευταία χρόνια, έχω σταθερή δουλειά στον τομέα της πληροφορικής και έναν μικρό αλλά δυνατό κύκλο φίλων. Με τη Μαίρη, την κολλητή μου, γνωριζόμαστε πάνω από δέκα χρόνια και οι σχέσεις μας πάντοτε ήταν άμεσες — δεν έχουμε κρατήσει μυστικά μεταξύ μας και συχνά λέμε τα πράγματα με το όνομά τους, είτε πονάει είτε όχι.

Ένα βράδυ, μετά τη δουλειά, μου έστειλε μήνυμα να συναντηθούμε για καφέ να τα πούμε από κοντά. Είχε περάσει από ιατρικές εξετάσεις και της είχαν βρει κάτι μη ανησυχητικό, αλλά ήθελε παρέα. Την αγαπάω ρε παιδί μου, είναι δικός μου άνθρωπος, οπότε φυσικά και πήγα να τη στηρίξω. Καθίσαμε λοιπόν σε ένα μικρό καφέ, με ήρεμη μουσική, κουβεντιάσαμε, τη ρώτησα πώς νιώθει κλπ. Ήταν αρκετά πιεσμένη και φαινόταν πως ήθελε να μιλήσει για το πόσο της έλειψε πραγματικά να νιώσει ότι οι δικοί της είναι δίπλα της, γιατί η σχέση με τους γονείς της δεν είναι και η πιο απλή.

Εκεί λοιπόν που μιλούσαμε, άρχισε να μου λέει με ποιον βγαίνει τελευταία, ο οποίος, όπως κατάλαβα, δεν της φέρεται ιδιαίτερα καλά. Ή τουλάχιστον, αυτό καταλάβαινα εγώ από αυτά που μου έλεγε: της απαντάει στα μηνύματα όποτε θυμηθεί, ακυρώνει ραντεβού τελευταία στιγμή, τη φέρνει σε αμήχανες καταστάσεις μπροστά στους φίλους του, κάτι που κατά τη γνώμη μου με εξόργιζε. Προσπαθούσα να το παίξω ψύχραιμος, γιατί γνωρίζω πως όλοι πέφτουμε και σε λάθος άτομα, ειδικά όταν είσαι σε φάση που έχεις ανάγκη να σε ακούσουν ή να σε προσέξουν.

Της είπα λοιπόν, ήρεμα στην αρχή, ότι ίσως να προσέξει και να σκεφτεί γιατί συνεχίζει να δίνει ευκαιρίες σε κάποιον που δείχνει ότι δεν τη σέβεται. Εκείνη με άκουσε, αλλά προσπάθησε να το δικαιολογήσει, ότι ίσως έχει απλώς «μπερδεμένες προτεραιότητες», ότι είναι καλοπροαίρετος κατά βάθος, ότι με το χρόνο μπορεί να αλλάξει στάση. Άρχισα να γίνομαι πιο έντονος – ίσως και λίγο πιο αυστηρός απ’ ό,τι συνήθως. Της είπα ότι η δικαιολογία «θα αλλάξει» είναι επικίνδυνη και ότι καλό είναι να βάζει όρια από νωρίς.

Η Μαίρη στην αρχή γέλασε – αυτό το νευρικό γέλιο που βγάζει όταν δεν θέλει να παραδεχτεί κάτι. Ένιωσα σαν να με τραβάει σε μια κουβέντα που έχει ξαναγίνει άλλες τόσες φορές, και αυτό με έκανε να αγανακτήσω. Της το είπα. Της είπα ξεκάθαρα: «Νιώθω ότι συνέχεια σε στηρίζω, σου λέω πράγματα για να σε βοηθήσω, και κάθε φορά επιστρέφουμε στο ίδιο σημείο επειδή δεν θες ή δεν μπορείς να δεις πώς πραγματικά σου φέρεται ο άλλος. Δεν μπορώ να βλέπω κάποιον να σε πληγώνει, και να νιώθω ότι περπατάς με δεμένα τα μάτια».

Εκεί χλώμιασε, σταμάτησε να μιλάει για λίγο, μετά με κοίταξε πολύ άσχημα και μου είπε ότι είμαι επικριτικός και δεν την κάνω να νιώθει καλά όταν προσπαθεί να μου ανοιχτεί. Της τόνισα πως η πρόθεσή μου δεν ήταν να την πληγώσω, αλλά να υπερασπιστώ τα συμφέροντά της. Μου είπε «Καταλαβαίνω ότι νοιάζεσαι, αλλά δεν είναι δουλειά σου πάντα να μου λες τι πρέπει να κάνω». Συνεχίσαμε σε αυτό το μοτίβο για λίγο, κάπου νιώθοντας και οι δύο παγιδευμένοι στη συζήτηση.

Το πράγμα ξέφυγε όταν της είπα (και αυτό το μετάνιωσα, το ομολογώ): «Αν δεν θες να ακούς καμιά φορά κι αλήθειες, τότε γιατί με καλείς να μιλήσουμε; Τι θες να κάνω, να σου λέω απλά αυτά που σε βολεύουν;». Ήταν σκληρό. Ο τρόπος που το είπα ήταν πιο πολύ εκνευρισμένος παρά ήρεμος και υποστηρικτικός. Το παραδέχομαι, έδειχνα σαν να της κάνω μάθημα. Τη στιγμή εκείνη μου απάντησε: «Δεν αντέχω να το κάνω αυτό μαζί σου πάλι. Είσαι φίλος μου, αλλά δε θέλω να νιώθω ότι δίνω λογαριασμό για τη ζωή μου ή ότι με θεωρείς χαζή επειδή υποφέρω». Πλήγωσα πολύ εκείνη τη στιγμή. Έφυγε από το καφέ, σχεδόν με δάκρυα στα μάτια, και εγώ έμεινα μόνος να σκέφτομαι τι πήγε τόσο στραβά.

Τις επόμενες μέρες δεν μιλήσαμε καθόλου. Εγώ ήμουν σε φάση να της στείλω μήνυμα – στην αρχή δεν έστειλα γιατί πίστευα «ας περάσει λίγο καιρός», μετά ντράπηκα, μετά με έπιασε κι εκείνα τα κλασικά «μήπως έχω δίκιο;». Τελικά της έστειλα μια εβδομάδα μετά, ζητώντας συγγνώμη που ύψωσα το τόνο της φωνής μου και ότι ποτέ δεν ήθελα να την κάνω να νιώσει έτσι. Μου απάντησε, αλλά η απάντηση ήταν πολύ τυπική, κάτι του τύπου «Εντάξει, ήσουν ειλικρινής, δεν ξέρω όμως αν θέλω να το αναλύσω άλλο».

Τώρα έχουν περάσει δύο μήνες και ενώ γίναμε ξανά τυπικοί, η σχέση μας άλλαξε. Μιλάμε, βρισκόμαστε σε παρέες, αλλά έχει χαθεί εκείνη η οικειότητα που είχαμε. Από τη μία ξέρω ότι αν δεν της έλεγα τίποτα θα ένιωθα εγώ μαριονέτα, να ακούω απλώς και να μη συμμετέχω, αλλά από την άλλη βλέπω πως οι αλήθειες ειπωμένες με αυτό το ύφος μάλλον δεν είναι πάντα η σωστή επιλογή, ακόμα και μεταξύ κολλητών.

Δεν μπορώ να πω ότι είμαι υπεράνω. Ξέρω ότι άφησα τον εαυτό μου να ξεσπάσει, και ίσως το έκανα περισσότερο για να δικαιώσω το δικό μου ρόλο ως «ο καλός φίλος που λέει τις αλήθειες», παρά γιατί βοηθούσα πραγματικά εκείνη. Από την άλλη όμως, με βασανίζει αν είμαι εγώ ο μαλάκας εδώ ή της έκανα τελικά καλό με τον αναίσθητο τρόπο μου. Δεν ξέρω αν η φιλία μας θα επιστρέψει στα παλιά.

Οπότε να το ρωτήσω ευθέως: Ήμουν εγώ ο μαλάκας της ιστορίας;

Αυτή την ιστορία μας την έστειλε ο Γιώργος.