Χρειάζομαι την άποψή σας, γιατί πραγματικά νιώθω μπερδεμένος με το πώς εξελίχθηκε η κατάσταση ανάμεσα σε εμένα και την καλύτερή μου φίλη, τη Μυρτώ. Είμαστε φίλοι εδώ και περίπου δέκα χρόνια, ποτέ δεν είχαμε κάποιο σοβαρό καβγά, και πάντα θεωρούσα πως εκτίμηση, κατανόηση και ψυχραιμία είναι στα δυνατά μας σημεία. Αλλά κάπως το έχασα στο θέμα με τον γάμο της, και δεν ξέρω τελικά πού βρίσκεται το δίκιο.
Όταν η Μυρτώ αρραβωνιάστηκε τον Τάσο, χάρηκα πολύ. Ήταν ένα από αυτά τα ζευγάρια που φαίνονται απλώς ευτυχισμένα, χωρίς υπερβολές, χωρίς πάθη όλη την ώρα, αλλά βγαίνει μια ηρεμία, μια ασφάλεια. Η αλήθεια είναι ότι είχα ακούσει από φίλους ότι ο Τάσος είναι λίγο, πώς να το πω, “κουμπωμένος”, ότι κρατάει κάποια απόσταση ακόμα κι από δικούς της ανθρώπους, αλλά δεν με ενόχλησε ιδιαίτερα. Θεώρησα ότι και σ’ ένα γάμο δυο άνθρωποι ενώνονται, αλλά ο καθένας έχει τον δικό του κύκλο.
Όταν άρχισε η Μυρτώ να σχεδιάζει τον γάμο, ήμουν από την αρχή δίπλα της. Εκείνη ήθελε τα πάντα στην εντέλεια∙ ήθελε μικρό γάμο, χωρίς πολλά έξοδα, μόνο πολύ στενούς φίλους και συγγενείς. Με έβαλε από την πρώτη στιγμή στα οργανωτικά, και μάλιστα της τηλεφωνούσα σχεδόν κάθε μέρα για λίστες καλεσμένων, επιλογή νυφικού, μουσική, τούρτα και τα συναφή. Εγώ πραγματικά το χαιρόμουν, όσο κουραστικό κι αν ήταν κάποιες φορές.
Το θέμα ξεκίνησε όταν μου είπε η Μυρτώ, σχεδόν αμήχανα, ότι ο Τάσος δεν αισθανόταν άνετα να βάλει κουμπάρους “κολλητούς” της νύφης, και πως προτιμούσε τους δικούς του παιδικούς φίλους. Της εξήγησε λέει ο ίδιος ότι “έτσι συνηθίζεται”, και ότι εφόσον εκείνη μπαίνει στη δική του οικογένεια, να νιώθουν όλοι άνετα από την πρώτη στιγμή. Εμένα αυτό πραγματικά με τσίτωσε μέσα μου, γιατί είχαμε πει τυπικά από παλιά, έτσι χαριτολογώντας, πως θα είμαι εγώ η κουμπάρα/μάρτυρας στον γάμο της – το είχαμε αυτό σαν μικρό όνειρο που το λέγαμε από παλιά, κι εγώ, δεν το κρύβω, το είχα πάρει λίγο προσωπικά, ότι θα ζούσα αυτή τη στιγμή.
Προσπάθησα να μην το δείξω, να καταπιώ την πίκρα, αλλά όσο περνούσαν οι μέρες και έβλεπα να οργανώνει τα πάντα με τον Τάσο, χωρίς η γνώμη μου να “μετράει” – δηλαδή για κάποια θέματα έπαιρνε απευθείας τον αδερφό του Τάσου ή μια φίλη της μαμάς του – ένιωθα όλο και πιο άβολα, σαν να ήμουν απλώς μια εξωτερική βοηθός. Ουκ ολίγες φορές μ’ έπιασα να σκέφτομαι “καλά, τόσο εύκολα τη σβήνει αυτή τη φιλία μας ο Τάσος;” ή “Ρε Μυρτώ, δεν το βλέπεις πως λίγο λίγο σε τραβάνε προς τον δικό τους κύκλο;”
Κάποιο απόγευμα, δεν άντεξα κι έσκασε η φούσκα. Την πήρα τηλέφωνο και της είπα ότι είμαι λίγο στεναχωρημένος – μίλησα ανοιχτά, της είπα ότι όντως μου λείπει να κάνουμε πράγματα μαζί, ότι νιώθω παραγκωνισμένος και σίγουρα δεν ήταν αυτό που φανταζόμουν στον γάμο της κολλητής μου. Δεν το ’κανα για να τσακωθώ, αλλά βγήκε ένας εκνευρισμός. Αυτή αρχικά σοκαρίστηκε, μου είπε “σε παρακαλώ καταλαβαίνω ότι ίσως νιώθεις λίγο παράξενα, αλλά προσπαθώ κι εγώ να ισορροπήσω τα πράγματα με όλους”. Μου εξήγησε ξανά τον προβληματισμό του Τάσου, είπε ότι δεν θέλει να στενοχωρήσει κανέναν, και στο τέλος – ειλικρινά, δεν τα περίμενα έτσι τα πράγματα – έκλεισε το τηλέφωνο με τη φράση “το τελευταίο που ήθελα τώρα είναι να νιώθεις άσχημα, αλλά δεν αντέχω και να απολογούμαι συνέχεια”.
Μετά από εκείνη τη συζήτηση, για μέρες δεν μιλήσαμε σχεδόν καθόλου. Μαζεύτηκα, απέκτησα και τύψεις, γιατί ίσως όντως της έβαλα μεγαλύτερη πίεση απ’ όσο χωρούσε το κεφάλι της. Την είδα στο μπάτσελορ, κάπως ψυχρή, μετά με έπιασε τα σόγια του Τάσου για τις τελευταίες λεπτομέρειες – δηλαδή, τιμήθηκα να τρέχω, αλλά η θέση μου στο γάμο παρέμεινε απ’ έξω. Τη μέρα του γάμου σηκώθηκα πρωί πρωί, φρόντισα ό,τι περνούσε από το χέρι μου για το look της, για τη διάθεσή της, ωστόσο ένιωθα στον αέρα μια απόσταση και παγωμάρα. Ήμουν εκεί, χάρηκα, έκλαψα λίγο από συγκίνηση, αλλά ταυτόχρονα κράτησα και κάτι μέσα μου σαν παράπονο. Μπορεί και ζήλεια, δεν το κρύβω.
Τώρα, λίγες εβδομάδες μετά τον γάμο, έχουμε ξαναβρεί ένα μέτριο ρυθμό στις δικές μας σχέσεις, αλλά δεν είναι όπως πριν – και δεν ξέρω αν φταίει η φάση, η αλλαγή στη ζωή της ή πραγματικά το ότι κράτησα υπερβολικά τη δική μου επιθυμία. Εν τω μεταξύ, άκουσα από τρίτους ότι η Μυρτώ το πήρε βαριά το ότι εγώ “έκανα δράμα εκεί που δεν έπρεπε”, και ότι ακόμα και η μαμά της είπε “έπρεπε να σεβαστεί τη μέρα της”. Όμως αν κάπου δεν τα λέω και κρατάω τα δικά μου, καταλήγω να πνίγομαι και να βγάζω παράπονα την τελευταία στιγμή, άτσαλα και χωρίς κανένα αποτέλεσμα.
Ίσως να μην ήταν δικό μου το γλέντι, ίσως κι εγώ να υπερέβαλα, νιώθοντας παραπάνω “δικαίωμα” απ’ όσο έπρεπε. Από την άλλη ξέρω ότι σ’ αυτή τη φιλία σταθήκαμε πάντα δίπλα, σαν “αδέλφια”, και δεν διανοήθηκα ποτέ πως θα παραμεριστεί όλο αυτό για ένα τυπικό “έτσι συνηθίζεται”.
Οπότε, φίλοι Redditors, πραγματικά το λέω με αμφιβολία: Ήμουν εγώ ο μαλάκας της υπόθεσης; Έβγαλα τον δικό μου εγωισμό και της χάλασα τη στιγμή ή απλώς διεκδίκησα αυτό που θεωρούσα ότι μας άξιζε σαν φίλοι;
Αυτή την ιστορία μας την έστειλε η Έλενα.