AITA STORIES – Η βραδιά των τριών φίλων που έγινε πρώτο ραντεβού

Θα σας πω μια ιστορία που μου έχει μείνει στο μυαλό και ακόμα, μήνες μετά, δεν ξέρω αν αντέδρασα σωστά ή αν απλά ήμουν υπερβολικός και άδικος. Και ναι, προφανώς ακόμα αναρωτιέμαι αν ήμουν ο μαλάκας της υπόθεσης. Δεν ξέρω αν έχει να κάνει με χαρακτήρα, αρχές ή απλά αν έτυχε και ήμουν σε μια άσχημη φάση όταν συνέβη.

Λοιπόν, είμαι 33 χρονών και είχα ανέκαθεν μια πολύ καλή σχέση με τον Δημήτρη, τον παιδικό μου φίλο (και οι δύο άντρες, για να ξέρετε). Τα τελευταία 3-4 χρόνια είμαστε και στα επαγγελματικά κάπως κοντά – εκείνος έχει μικρή επιχείρηση, εγώ είμαι freelancer στον ίδιο χώρο, συνεργαζόμαστε που και που, ανταλλάσσουμε δουλειές, τέτοια. Τον σέβομαι, με σέβεται (θεωρώ). Τα Σάββατα, όμως, ανεξαρτήτως δουλειάς, έχουμε μια σχεδόν ιερή παράδοση να μαζευόμαστε οι “τρείς φίλοι” για να παίξουμε επιτραπέζια, να δούμε μπάλα, να κάνουμε χαβαλέ. Ο τρίτος είναι ο Θοδωρής, ο οποίος είναι αυτό το άτομο που όλοι θέλουν στην παρέα, γιατί κάνει ξενύχτια και αστεία, αλλά ποτέ δεν ανεβάζει στροφές σε τσακωμούς.

Λίγες βδομάδες πριν, όμως, έγινε το εξής περιστατικό που μας ταρακούνισε όλους. Ήμασταν, λοιπόν, στο σπίτι του Δημήτρη, πίτσα, μπυρίτσα, λίγο Pro στο playstation και μετά επιτραπέζιο. Ξαφνικά, χτυπά το κινητό του Δημήτρη και λάμπει, αλήθεια σας λέω. Πιάνει το τηλέφωνο, σηκώνει, και καταλαβαίνω αμέσως ότι μιλάει με κάποιον που τον ενδιαφέρει – είχε αυτή τη φωνή, εκείνο το λίγο τρακαρισμένο ύφος. Για να μην τα πολυλογώ, ήταν η Μαρίνα, η κοπέλα που βγαίνουν εδώ και 2 μήνες (κι εμείς οι άλλοι δύο, ακόμα δεν την έχουμε γνωρίσει προσωπικά).

Μετά από 2-3 λεπτά, ξαφνικά ο Δημήτρης λέει “Παιδιά, εε… η Μαρίνα θέλει να έρθει, λέτε να έρθει;” Εγώ ειλικρινά ξαφνικά μαγκώθηκα. Λέω από μέσα μου “έλα όμως τώρα, παραδοσιακή βραδιά, ήμαστε μεταξύ αντρών, δεν φέρνουμε καινούριους όταν έχουμε πει ότι είναι μόνο για μας” – να, τέτοια κουτά σκέφτηκα. Ο Θοδωρής, χαλαρός όπως πάντα, λέει “εμένα δεν με νοιάζει, αρκεί να παίξουμε επιτραπέζιο, να περάσουμε καλά”. Εγώ δεν μίλησα αμέσως – πιο πολύ έκανα μια φάτσα του στυλ “ό,τι θες”, αλλά δεν ήμουν και φουλ χαρούμενος.

Λοιπόν, τελικά ήρθε η Μαρίνα, την υποδεχτήκαμε, με το που μπήκε φάνηκε γλυκιά κοπέλα. Συστηθήκαμε, προσπάθησα να μην δείξω ότι στραβώθηκα, αν κι ένιωθα ότι έσπασε αυτός ο “κανόνας” της παρέας. Το πρόβλημα όμως δεν ήταν αυτό: από κει και πέρα, η βραδιά πήγε αλλού. Ο Δημήτρης το γύρισε σε ρομαντικά, άρχισαν τα χαδάκια, τα φιλιά, οι ψιθυριστές κουβέντες και τα “τι ωραίος είσαι”, και γενικώς η ενέργεια μετατράπηκε από χαβαλετζίδικη σε κάτι περίεργο. Ούτως ή άλλως εγώ και ο Θοδωρής νιώθαμε κάπως αμήχανα, γιατί ήταν σα να μπήκαμε σε ραντεβού άλλων.

Εκεί λοιπόν, κάπου στη μέση του παιχνιδιού, άρχισα να χάνω την υπομονή μου. Προσπαθούσαμε να παίζουμε όλοι, αλλά στην πραγματικότητα το ζευγαράκι χαζογέλαγε και έκανε δικά του αστεία, σχολίαζε μεταξύ τους, και στην ουσία ούτε τους ένοιαζε το παιχνίδι. Ένιωθα σαν να μην υπάρχουμε καν. Ο Θοδωρής, για να μην υπάρξει πρόβλημα, το γύρισε στο αστείο (“ε, να δούμε αν θα βγάλουν ανακοίνωση αρραβώνα απόψε”), αλλά όσο περνούσε η ώρα, εγώ γινόμουν πιο ενοχικός και, μάλλον, εκνευρισμένος.

Στο τέλος, σταμάτησα να μιλάω. Είχα σηκωθεί δύο φορές να πάω στο μπαλκόνι να πάρω αέρα. Μέχρι που, κάποια στιγμή, ο Δημήτρης μου λέει “ρε φίλε, όλα καλά;” και του λέω ειλικρινά (δεν ξέρω πώς μου ήρθε τόση ειλικρίνεια, ίσως έφταιγε η μπύρα και το γεγονός ότι ήθελα να σκάσω): “Όχι και τόσο. Αυτές οι βραδιές είναι για μας, όχι για να κουβαλάμε καινούριους. Και ειλικρινά, έσπασε όλη η φάση απόψε. Δεν πειράζει, δεν υπάρχει κακία, αλλά νιώθω λίγο ξένος στο ίδιο το σπίτι μου.”

Ο Δημήτρης σάστισε και φάνηκε να πληγώθηκε. Είπε, “καλά ρε, τι έπαθες; Εντάξει, χάζεψες λίγο που ήρθε το κορίτσι, αλλά σοβαρά παρατραβάς.” Η Μαρίνα με κοίταξε κάπως άβολα και εγώ ένιωσα φουλ άσχημα που ίσως έδειξα διάθεση να τη διώξω ή να της κάνω παράπονο – πράγμα που ΔΕΝ ήθελα ποτέ να κάνω, δεν φταίει εκείνη.

Ο Θοδωρής, για να σπάσει τον πάγο, έκλεισε το θέμα με το γνωστό του “Άντε ρε παιδιά, όλα καλά, μην το κάνουμε θέμα για μια φορά, άλλη φορά το κανονίζουμε αλλιώς”. Αλλά εγώ είχα ήδη νιώσει σαν τον τύπο που βλέπει την παρέα του να αλλάζει και δεν το αντέχει, και που είναι τόσο κολλημένος με τις συνήθειες που δεν αφήνει χώρο για καινούργια πράγματα. Από τη μία, δεν ήθελα να σκάσω τη βραδιά, από την άλλη, με ενοχλεί να αλλάζουν τα αυτονόητα χωρίς καν να το συζητήσουμε.

Τέλος πάντων, συγγνώμης ανταλλάχθηκαν, αλλά ένιωσα να μένει μια ψυχρότητα. Ο Δημήτρης δε μου μίλησε για δύο μέρες, κι όταν μιλήσαμε, ήταν παγωμένος. Είπε ότι ένιωσε πολύ άσχημα που δεν σεβάστηκα πόσο σημαντική είναι γι’ αυτόν η κοπέλα και ότι όταν του αρέσει κάποια, θέλει να τη φέρει στον κύκλο του. Εγώ του είπα ότι δεν φταίει η κοπέλα, απλά ο συγκεκριμένος χώρος είχε μια σημασία για μένα τόσα χρόνια και ότι ένιωσα να πατάει άλλος σε κάτι “δικό μας”. Δεν με έβρισε, αλλά κατάλαβα ότι του κράτησε.

Έχω σκεφτεί πολλούς μήνες μετά: Μήπως φέρθηκα σαν να φοβάμαι το καινούριο; Μήπως ήμουν υπερβολικός με τα “όρια” της παρέας; Ήμουν ο κολλημένος που θέλει να κρατήσει τους φίλους του μακριά από τη ζωή τους και δεν κατανοεί ότι μεγαλώνουμε; Στεναχωριέμαι που χάλασε κάπως το μεταξύ μας, αλλά δεν ξέρω αν έπρεπε να το βουλώσω ή να το πω.

Οπότε, AITA που αντέδρασα έτσι, επειδή ο φίλος μου έφερε την κοπέλα του στη “δική μας” βραδιά;

Αυτή την ιστορία μας την έστειλε ο Κώστας.