Είμαι 35 χρονών, δουλεύω ως γραφίστας και ζω στην Αθήνα τα τελευταία δέκα χρόνια. Η ιστορία μου αφορά εμένα και την κολλητή μου, τη Μαρία, με την οποία είμαστε φίλοι από το πανεπιστήμιο. Είναι από αυτούς τους ανθρώπους που νιώθεις κοντά και ξέρεις ότι θα σε στηρίξουν, κι εγώ πάντα νόμιζα ότι τη στηρίζω επίσης – μέχρι που έγινε κάτι που με έβαλε να αναρωτηθώ για τον εαυτό μου.
Όλα ξεκίνησαν πριν δυο μήνες περίπου, όταν η Μαρία χώρισε με τον σύντροφό της, τον Πάνο. Ήταν σχέση σχεδόν έξι ετών και η αλήθεια είναι ότι τα τελευταία δύο χρόνια μάς είχε ζαλίσει όλους με τα προβλήματα της σχέσης αυτής. Εγώ πάντα προσπαθούσα να την ακούω, έστω και αν καμιά φορά αισθανόμουν ότι όλα γυρνούσαν γύρω από αυτήν και τον Πάνο. Μετά τον χωρισμό, το περίμενα πως θα έχει ανάγκη να μιλήσει. Το καταλαβαίνω, δεν το θεωρώ παράλογο. Όμως αυτό που ακολούθησε, δεν το είχα φανταστεί.
Τις πρώτες μέρες, της είπα να έρθει σπίτι μου, να μείνει, να μιλήσουμε, να δει λίγο Netflix, να ξεφύγει. Το έκανε, και ήταν μια δύσκολη βδομάδα, αλλά την πέρασε κι εγώ ήμουν δίπλα της. Μετά έφυγε, αλλά η επαφή μας συνέχισε στο ίδιο μοτίβο: Όλη μέρα στο messenger, μηνύματα, τηλέφωνα μετά τη δουλειά, βόλτες γεμάτες ανάλυση κάθε λέξης που είχε πει (ή δεν είχε πει) ο Πάνος. Τα ΣΚ, όταν πηγαίναμε για καφέ, οι μισές ώρες περνούσαν με εκείνη να κλαίει ή να βρίζει, και συχνά γυρνούσαμε σπίτι μου για να μπορέσει να μιλήσει ελεύθερα.
Στην αρχή –ειλικρινά– ένιωθα ότι πρέπει έτσι να κάνει ένας φίλος. Κι εγώ θα ήθελα να με ακούσουν αν περνούσα κάποιον μεγάλο χωρισμό. Αλλά, όσο περνούσε ο καιρός, άρχισα να νιώθω ότι μερικές φορές απλά με χρησιμοποιεί για να ξεσπάσει. Την δεύτερη βδομάδα, της είπα ότι στο γραφείο έχω πολύ ζόρικα deadlines και δεν μπορώ να είμαι διαθέσιμος όλη μέρα – μου απάντησε τσαντισμένη ότι όλα της καταρρέουν και πως οι φίλοι πρέπει να στηρίζουν. Ζήτησα λίγο χώρο να κουλάρω, εκείνη το θεώρησε προδοσία. Άρχισα να αισθάνομαι άσχημα, σαν να αφήνω κάποιο μες στη θάλασσα χωρίς σωσίβιο.
Το αποκορύφωμα ήρθε όταν έτυχε να βγω με τους υπόλοιπους φίλους μας ένα βράδυ, χωρίς να έχω καλέσει τη Μαρία. Δεν ήταν «κορονο-κόμμα», πέντε άτομα ήμασταν, φίλοι από παλιά. Ένιωσα ότι ήθελα λίγο να χαλαρώσω χωρίς βαριές συζητήσεις. Την επόμενη μέρα το έμαθε από stories. Μου έστειλε τεράστιο μήνυμα, ότι ένιωσε προδομένη και ότι είμαι «κι εγώ σαν τους άλλους», ότι όλοι την απομονώνουμε όταν περνάει δύσκολα. Ειλικρινά, η καρδιά μου σκίρτησε – και ενοχή και θυμός μαζί. Προσπάθησα να της εξηγήσω ότι κάποιες φορές κι εγώ χρειάζομαι να βγω χωρίς γκρίνιες, ότι θέλω να περάσω και μια ώρα χωρίς να μιλάμε για τον Πάνο. Αυτό την εξόργισε ακόμα πιο πολύ.
Από τότε, άρχισε να μου στέλνει μηνύματα του τύπου «Άρα, μόνο όταν εσένα σε βολεύει είμαστε φίλοι;» ή «Πώς μπορείς να με αφήνεις έτσι;». Πέρασαν μέρες που δεν της απάντησα ή απάντησα ψυχρά, και ένιωθα απαίσιος. Αλλά μετά σκεφτόμουν ότι κι εγώ έχω ανάγκες, κι εγώ έχω δικαίωμα σε μια στιγμή ησυχίας. Μια φορά, πήγα να της μιλήσω για τη δική μου προστριβή στη δουλειά και μετά από πέντε λεπτά η κουβέντα γύρισε ξανά πάνω στα δικά της.
Ομολογώ, άρχισα να απομακρύνομαι. Έφτασα στο σημείο να βλέπω μήνυμα με το όνομά της και να νιώθω κούραση – και τύψεις γι’ αυτό. Σχεδόν σα να ήθελα να μην υπάρχει εκείνο το μήνυμα, κι ας περνούσε δύσκολα. Ένα βράδυ βγήκα έξω και ήταν και ο Πάνος – να σημειώσω εδώ ότι εκείνος ποτέ δεν ήταν δικός μου φίλος, απλώς βρισκόμασταν στις ίδιες παρέες. Δεν τη ρώτησα, δεν της το είπα. Έκανε πάλι story κάποιος, με είδε. Εκεί δέχτηκα το μεγαλύτερο ξέσπασμα: μου είπε ότι την προδίδω, και πώς είναι δυνατόν να υποστηρίζω αυτόν που της κατέστρεψε τη ζωή. Μου είπε ότι δεν ξέρω τι πάει να πει αληθινός φίλος και ότι μόνο εκείνη είχε κεραστεί τον εαυτό της για μένα. Το βράδυ δεν κοιμήθηκα καλά – έψαχνα να βρω αν πράγματι συμπεριφέρθηκα απαίσια.
Της είπα πως δεν θέλω να τσακωθούμε, αλλά δεν μπορώ να είμαι 24/7 διαθέσιμος, και πως δεν μπορώ να αποκόψω μια ολόκληρη παρέα επειδή αυτή χώρισε με τον Πάνο. Χάλασε το κλίμα, απομακρυνθήκαμε. Μιλάμε λίγο, σχεδόν διεκπεραιωτικά. Δε θέλω να την πληγώνω, αλλά δεν αντέχω να παίζω μόνο το ρόλο του «ψυχολόγου» της χωρίς κανένα αντάλλαγμα και χωρίς όρια.
Από την άλλη, ξέρω ότι ο χωρισμός πονάει, ότι σε πιάνει μοναξιά, ίσως και απόγνωση. Ξέρω τι σημαίνει να έχεις ανάγκη να μη μένεις μόνος σου. Και το παραδέχομαι, μπορεί να ήμουν σκληρός σε φάσεις ή να μην κατάλαβα εκείνη τη στιγμή πόσο χάλια είναι. Δεν λέω ότι ήμουν τέλειος. Υπάρχει μέσα μου μια αμφιβολία: Μήπως θα ‘πρεπε να κάνω λίγο ακόμα υπομονή; Μήπως, αφού ήταν τόσο φίλη μου τόσα χρόνια, έπρεπε να βάλω σε δεύτερη μοίρα το δικό μου comfort και να μην τη φέρω σε δύσκολη θέση; Ή, τελικά, είχα δίκιο να σκεφτώ και τα δικά μου όρια;
Δεν ξέρω. Ειλικρινά, AITA που αντέδρασα έτσι;
Αυτή την ιστορία μας την έστειλε ο Κώστας.