Δεν ξέρω αν είμαι εγώ ο μαλάκας της υπόθεσης, γι’ αυτό το γράφω εδώ μήπως μου πείτε εσείς. Πρωταγωνιστές: εγώ (37, άντρας), η Μαρίνα (σύντροφός μου, 34) και ο φίλος μας ο Πάνος (38). Το “θέμα” μας είναι η παρέα, τα όρια και αν τελικά εγώ ήμουν υπερβολικός.
Πολλοί θα το θεωρούσαν αστείο αυτό που θα διαβάσετε, αλλά εμένα με έχει στριμώξει με τύψεις, οπότε τα βγάζω όλα στη φόρα, αντικειμενικά όσο μπορώ.
Γενικά τα πάω καλά με τον Πάνο. Είμαστε φίλοι πάνω από δέκα χρόνια, είχαμε και κοινή φοιτητική παρέα, όσοι έμειναν στην Αθήνα, βγαίνουμε ακόμα πού και πού – τα γνωστά, μπύρες, κουβέντες, γέλιο και πικάρισμα. Η Μαρίνα μπήκε στη ζωή μου πιο πρόσφατα, κάναμε σχέση πριν τρία χρόνια, και σιγά σιγά άρχισαν να μπερδεύονται οι παρέες μας.
Στην αρχή η Μαρίνα δυσκολεύτηκε λίγο με το χιούμορ της παρέας μου, γιατί όπως πολλές ανδροπαρέες, γουστάρουμε πειράγματα – κάποιες φορές στα όρια του προσβλητικού. Ο Πάνος πρωτοστάτης σε αυτό. Συχνά έβρισκε αφορμές να πειράζει τη Μαρίνα, ειδικά για τη δουλειά της (δουλεύει σε ξενοδοχείο, ρεσεψιονίστ), “να ‘χαμε κι εμείς στη ρεσεψιόν να μας αλλάζει πετσέτες κάθε μέρα, πάω να αλλάξω συνάλλαγμα στην κουζίνα” και τέτοια, όλο υπονοούμενα. Η Μαρίνα αρχικά το έπαιρνε ψύχραιμα, με ένα χαμόγελο, οπότε δεν άνοιξα κουβέντα για να μη γίνει θέμα. Αλλά με τον καιρό, μου είπε δυο φορές ότι νιώθει να μειώνεται, σε φάση “με περνάνε για καμιά χαζή επειδή δουλεύω στη ρεσεψιόν”.
Κάποια στιγμή πέρασε ένα διάστημα που δεν βλεπόμασταν λόγω COVID, και όταν άρχισαν πάλι τα έξω, το κλίμα στη παρέα είχε αλλάξει. Λίγο τα νεύρα από τα λοκντάουν, λίγο το ότι είχαμε χαθεί, οι έξοδοι έγιναν κάπως μονοτονικές και ίσως πιο ανταγωνιστικές. Εκεί άρχισε ο Πάνος να ανεβάζει level τα πειράγματα – έφτασε στο σημείο, σε μια συνάντηση, να κάνει χαβαλέ λέγοντας “άντε να κάνουμε κράτηση στη ρεσεψιονίστ, δεν απαντάει το τηλέφωνο, πάρε εσύ τον μάνατζερ”, με όλους να γελάνε. Η Μαρίνα ακούμπησε το χέρι μου κάτω από το τραπέζι και μου το έσφιξε σιωπηλά. Το πήρα χαμπάρι πως είναι στα όρια της ενόχλησης.
Σε άλλη έξοδο που βγήκαμε οι τρεις μας, ο Πάνος έριξε φαρμακερή ατάκα (“στο ξενοδοχείο να ανοίξουμε πάρτυ, θα το κάνει βλέπεις σερίφη η Μαρίνα”), που τον κάρφωσε για πολλοστή φορά στη δουλειά της, και εκείνη αυτή τη φορά απάντησε “το βρίσκετε αστείο πραγματικά;”. Ο Πάνος έσκασε στα γέλια, εγώ πάγωσα. Τότε ένιωσα πως έπρεπε να μιλήσω. Ίσως έπρεπε να το κάνω νωρίτερα, αλλά ένιωθα παγιδευμένος: από τη μία, να μην φανούμε υπερευαίσθητοι κι ότι “χαλάμε την παρέα”, από την άλλη να μη νιώθει άσχημα η δικιά μου.
Ο Πάνος έκανε μια προσπάθεια τότε να το ελαφρύνει: “Μην το παίρνεις στραβά ρε συ, όλοι ξέρουμε πώς το λέω”, που είναι το κλασικό επιχείρημα του τύπου “ε, σας κάνω πλάκα, μην παρεξηγείστε”. Η Μαρίνα δε μίλησε άλλο, απλά χαμήλωσε το βλέμμα.
Την επόμενη μέρα στο σπίτι καθίσαμε με τη Μαρίνα, μου είπε ψιθυριστά ότι θα προτιμούσε να μη ξαναβγεί μαζί μας. Επικοινώνησε ξεκάθαρα πως δεν θέλει πια να συναναστρέφεται με άτομα που δεν την σέβονται, κι ότι αν το κάνω εγώ μαγκιά μου, αλλά η ίδια δεν έχει όρεξη να γίνει ξανά στόχος. Εδώ αρχίζουν οι τύψεις.
Εγώ βρέθηκα στη μέση: ο Πάνος κουμπάρος στο μυαλό μου, φίλος χρόνια (γνωριζόμαστε από 18χρονους), άνθρωπος που τα λέμε για τα πάντα. Η Μαρίνα σύντροφός μου, και έχει ξεκάθαρο ζήτημα. Αποφάσισα λοιπόν να στείλω μήνυμα στον Πάνο, όχι επιθετικό, αλλά του τύπου “Ρε φίλε, η Μαρίνα στεναχωριέται αλήθεια όταν κάνεις αυτά τα αστειάκια για τη δουλειά της. Ίσως να το κόβαμε ή να το γυρίζαμε σε άλλο χιούμορ”. Περίμενα κατανόηση. Αντί γι’ αυτό, μου απάντησε ότι “είσαι υπερβολικός, σιγά, δεν είναι bullying, αν δεν αντέχει έτσι είναι η φάση μας, δεν ταιριάζει, δεν θα κάνω λογοκρισία στην παρέα”, κτλ.
Μετά λέει κάπως έμμεσα ότι “άμα είναι να τινάξουμε την παρέα στον αέρα επειδή κάποια προσβλήθηκε από αστεία, δικό σας, εγώ θα συνεχίσω όπως πάντα”. Δεν απάντησα. Είχα νεύρα, και αισθάνθηκα ότι ο ίδιος με βάζει να διαλέξω πλευρά. Την αμέσως επόμενη φορά που βγήκε το μαζάκι της παρέας, δεν πήγα με τη Μαρίνα – ούτε μόνος μου. Ο Πάνος το έμαθε από κάποιον, και την άλλη μέρα μου έστειλε μήνυμα σε στυλ “λυπάμαι να χάνεται έτσι η παρέα, αλλά τι να κάνω αν εσύ μάς παγώνεις”. Εγώ απάντησα λίγο στεγνά “θα ξαναβγώ όταν το παρεΐστικο χιούμορ δεν σημαίνει να προσβάλλουμε τους άλλους στο τραπέζι”.
Άλλοι φίλοι μου είχαν διαφορετική γνώμη. Οι μισοί με θεώρησαν υπερβολικό. Λένε ότι ο Πάνος πάντα τέτοιος ήταν, “και για τις δικές μας δουλειές κοροιδεύει”. Ότι αν η Μαρίνα έχει θέμα καλύτερα να μην μπλέκετε, αλλά “κι εσύ το κλιμάκωσες, και καλά μανατζάρισμα, να μη χαλάσουμε την παρέα για χαζομάρες”.
Από την άλλη η Μαρίνα είναι πολύ θυμωμένη, λίγο πληγωμένη από τη δική μου πρώτη αδράνεια, λίγο από τη στάση του Πάνου. Εγώ, σ’ εσάς το λέω, νιώθω να έχω “πουλήσει” και τον Πάνο και τη Μαρίνα. Αλλά νιώθω κιόλας προδομένος ως φίλος· περίμενα ο Πάνος να σέβεται όταν του το λέω σοβαρά, όχι να το γυρνάει σε αστείο και να με βγάζει υπερβολικό.
Έχω αναρωτηθεί αν όντως φταίω. Μήπως ήταν υπερβολική η Μαρίνα, κι έπρεπε να πω κι εγώ “έλα χαρά μου, έτσι κάνουν όλοι”. Μήπως ως φίλος όφειλα να μην αφήσω μια μακροχρόνια φιλία να χαλάσει, ειδικά για πειράγματα. Μήπως όμως έπρεπε να το είχα πει εξ αρχής, και φταίω που το άφησα να κακοφορμίσει και στην τελική πήγα να το λύσω μέσω μηνυμάτων και όχι από κοντά.
Μπορούσα να τα κάνω όλα αλλιώς — να εξηγήσω καλύτερα και στον Πάνο και στη Μαρίνα, να μην πάρω ξεκάθαρα θέση, ή να διαλέξω απλά πλευρά από την αρχή, χωρίς ν’ αφήνω χώρο σε παρεξηγήσεις και παγωμάρες. Τώρα νιώθω εκτεθειμένος ανάμεσα στη σχέση μου και σε φίλους χρόνων, και φοβάμαι πως στο τέλος θα τους χάσω και τους δύο, επειδή δεν ήθελα να στεναχωρήσω κανέναν.
Οπότε, για να κλείσω: AITA που στάθηκα δίπλα στη Μαρίνα και απομακρύνθηκα από τον Πάνο; Έπρεπε να αντιδράσω αλλιώς;
Αυτή την ιστορία μας την έστειλε ο Κώστας.