Λοιπόν, ζητάω να μου πείτε αν εγώ είμαι ο μαλάκας της ιστορίας ή αν απλά πήρα μια φυσιολογική απόφαση, γιατί νιώθω ότι κάπου έχασα το μέτρο και δεν είμαι σίγουρος/η πώς να το δω αντικειμενικά.
Λέγομαι Νίκος (όχι ότι έχει και μεγάλη σημασία, αλλά να μιλάμε ανοιχτά) και είμαι 33. Με τη φίλη μου, την Ειρήνη, είμαστε μαζί σχεδόν 4 χρόνια. Μένουμε μαζί τα τελευταία δύο χρόνια – αυτά τα «δύσκολα» που ο καθένας δοκιμάζει τα όριά του με τον άλλο. Εγώ είμαι δικηγόρος, εκείνη καθηγήτρια αγγλικών. Έχουμε φιλίες, δουλειές, ο καθένας τα δικά του, αλλά τα τελευταία Χριστούγεννα ξεκίνησε η ιστορία που με βασανίζει.
Έχουμε δυο πολύ κολλητούς φίλους, τον Πέτρο και την Αλεξάνδρα. Τους κάνουμε παρέα σχεδόν σε όλα – βόλτες, ταξίδια, φαγητά στο σπίτι, ό,τι θες. Μου αρέσει που έχουμε κοινό κύκλο, δε διαφωνώ. Αλλά άρχισα να νιώθω κάπως πιεσμένος τελευταία, σαν να «χάνουμε» τη σχέση μας μέσα σε όλο αυτό το ομαδικό.
Τον Γενάρη ο Πέτρος με πήρε στο τηλέφωνο ότι θέλει να μου μιλήσει επειγόντως. Έτυχε να είμαι σπίτι και η Ειρήνη μόλις είχε γυρίσει από φροντιστήριο, είχε πει πως δεν θέλει να δεχτούμε κανέναν εκείνο το βράδυ γιατί είναι κουρασμένη και ήθελε λίγο «μας» χρόνο. Της το είπα, μου είπε με ένταση «Μα, αφού είπαμε να μείνουμε εμείς σήμερα, δεν αντέχω ρε Νίκο να έρχονται συνέχεια, πότε θα ηρεμήσουμε;», της απάντησα «Εντάξει, θα τον δω στην καφετέρια αν είναι». Ξαναπήρε ο Πέτρος, επέμενε να περάσει από το σπίτι, είχε ένα θέμα με την Αλεξάνδρα που τον έτρωγε και ήθελε παρέα. Με πρήζει λίγο, του λέω «Βρε αδερφέ, έλα για 20 λεπτά μόνο, αλλά δεν είναι καλή φάση με την Ειρήνη, μετά θα σ’ αφήσω μέχρι το αμάξι κιόλας».
Αυτό το βράδυ εξελίχθηκε άσχημα. Ο Πέτρος μπαίνει, κάθεται, ανοίγει μπύρα, αρχίζει να λέει τα δικά του. Η Ειρήνη ούτε που βγαίνει από το υπνοδωμάτιο. Προσπαθώ να τα ισορροπήσω, κάνω λίγο πλάκα, μιλάω χαμηλόφωνα για να μην ενοχλήσω, κόβω το θέμα σχετικά γρήγορα. Τελικά, τον διώχνω μετά από κανένα μισάωρο, βάζουμε και καλά να δούμε μια ταινία με την Ειρήνη, εκείνη είναι ψυχρή. Νιώθω άσχημα. Το συζητάμε και μου λέει «Δεν μετράει η γνώμη μου; Πρέπει να τα κάνουμε όλα για τους φίλους σου; Θα γίνουμε guesthouse;». Της λέω «Και φίλος μου ήταν σε ανάγκη, δεν μπορούσα να τον αγνοήσω εντελώς. Αλλά οκ, το σεβάστηκα, δεν κάθισε πολύ».
Αρχίζει και γίνεται μοτίβο αυτό όμως. Τις επόμενες εβδομάδες, η Αλεξάνδρα περνάει κάθε δεύτερη μέρα από το σπίτι για να πιει καφέ με την Ειρήνη. Έχω αρχίσει κι εγώ να νιώθω πως το σπίτι μας έχει γίνει διασταύρωση. Ή φίλοι μας, ή μια αδερφή της Ειρήνης, ή ο ξάδερφός μου. Σπάνια, λέω να κάτσουμε οι δυο μας, όλο κάποιος μπαίνει στη μέση.
Κάποιο βράδυ Σάββατο –είχαμε πει να μαγειρέψουμε μαζί και να φτιάξουμε χειροποίητη πίτσα, κάτι που είχαμε μέρες να κάνουμε– εγώ το περίμενα αυτό, ήθελα να βρεθούμε λίγο οι δυο μας, να μιλήσουμε, να γελάσουμε, να δούμε καμιά παλιά ταινία. Σύμφωνα με τη συνήθεια, μιλάγαμε σχεδόν όλη μέρα στο κινητό: «Πότε σχολάς; Τι να πάρεις απ’ το super; Φέρε κι εκείνη τη μοτσαρέλα.». Στις 19:00 γυρίζει σπίτι η Ειρήνη, μπαίνει μέσα μαζί με την Αλεξάνδρα. Της λέω «Τι έγινε;» Μου απαντάει: «Δεν ήθελε να γυρίσει σπίτι τής μόνης, έχει κάτι με το αγόρι της, μωρέ, και της είπα να έρθει.» Κόβει κομμάτι πίτσα στην Αλεξάνδρα και της λέει να μείνει να φάει μαζί μας. Η δική μου διάθεση πάει περίπατο. Δεν είπα τίποτα μπροστά τους, αλλά μετά που έφυγε η Αλεξάνδρα, έσπασα: «Ρε αγάπη, είχαμε πει να τα πούμε λίγο οι δυο μας. Δεν κουράστηκες κι εσύ από όλο αυτό;»
Η Ειρήνη το πήρε στραβά: «Ε και λοιπόν; Να μην στηρίξω τη φίλη μου τώρα που περνάει δύσκολα; Μια φορά πια σε ενόχλησε; Αν ήταν ο Πέτρος ή οποιοσδήποτε δικός σου, δε θα τον έφερνες και θα του μαγείρευες;» Της είπα ότι δεν είναι το θέμα ο ένας ή ο άλλος, ότι δεν είναι προσωπικό, απλά νιώθω να ζούμε σε σταθμό και να μην έχουμε το χώρο μας. Η κουβέντα κλιμακώθηκε, βγήκαν στη φόρα και παλιά παράπονα ότι δήθεν δεν θέλω κόσμο, ότι δεν στηρίζω τους φίλους μας. Της είπα τότε ότι ούτε εγώ έχω ενθουσιαστεί με τον τρόπο που έφερνε κόσμο, αλλά είχα κάνει πίσω για να μη χαλάσω τη διάθεση.
Η αλήθεια είναι ότι ίσως έχω πιο μεγάλη ανάγκη για ησυχία ή κάποιες σταθερές, ίσως να μου βγαίνει λίγο παραπάνω αυτή η ανάγκη για «εμάς». Όμως εκείνο το διάστημα είχα όντως αρχίσει να νιώθω ότι το σπίτι μου ήταν ξένο. Μήπως το παραέπαιρνα στραβά; Μήπως ήμουν γκρινιάρης – αυτό το παιδί που μουρμουρίζει συνέχεια ότι τάχα δεν έχει χρόνο με τη σύντροφό του, ενώ οι φίλοι είναι προτεραιότητα;
Η Ειρήνη με πέρασε για κάπως αντικοινωνικό, μετά για εγωκεντρικό και, να πω την αλήθεια, άρχισα να αναρωτιέμαι αν φταίω εγώ. Προσπάθησα την επόμενη εβδομάδα να οργανώσω εγώ ένα βράδυ, με τους δυο μας μόνο, αλλά και πάλι κάτι προέκυψε – αυτή τη φορά ήταν δουλειά της Ειρήνης. Όταν της το ξαναείπα, παραδέχτηκε ότι είχε λίγο ξεφύγει το πράγμα, αλλά γρήγορα το ξέχασε και το μοτίβο συνεχιζόταν.
Η πλάκα είναι ότι με τους φίλους μας δεν είχα παράπονο. Πάντα ήθελα να τους στηρίζω, να είναι σπίτι μας να γελάσουμε και να ψήσουμε όλοι μαζί. Αυτό που ένιωθα όμως ήταν ότι κάτι έχανα από την ίδια μου τη σχέση. Φυσικά υπήρχαν μέρες που κολλούσα με τη δουλειά ή ήθελα χώρο και για μένα, και τότε μου το χτυπούσε εκείνη: « Άντε να βγεις απ’ το κέλυφος, μην είσαι μοναχός. » Αλλά ήθελα οι δικές μας στιγμές να είναι όντως «δικές μας». Σκέφτηκα μήπως δεν επικοινωνούσα σωστά αυτή την ανάγκη και το έβγαζα σαν μίρλα ή κακή διάθεση – ίσως τελικά να ήταν και δικό μου το πρόβλημα.
Το θέμα είναι ότι ακόμα δεν ξέρω… Ήμουν εγώ ο μαλάκας της ιστορίας, που θέλησα να βάλω ένα όριο; Έπρεπε να είμαι πιο χαλαρός και να μην κάνω έτσι για το σπίτι μας, ή είναι λογικό να θέλεις το χώρο και το χρόνο σου στη σχέση σου; Δε ρίχνω ευθύνη αποκλειστικά στην Ειρήνη, εγώ μπορεί να έγινα πιο απότομος, ή να το έκανα θέμα παραπάνω απ’ όσο έπρεπε. Τι λέτε;
Αυτή την ιστορία μας την έστειλε ο Νίκος.