Γεια σας, θέλω να πω κι εγώ τη δική μου ιστορία, γιατί πραγματικά δεν ξέρω αν φέρθηκα σωστά ή αν είμαι εγώ ο περίεργος άνθρωπος εδώ. Είμαι 31, ζω μόνος μου στην Αθήνα, δουλεύω σε μια δουλειά γραφείου και έχω μια παρέα που μετράει πάνω από δέκα χρόνια — όχι ότι είμαστε αχώριστοι, απλά “κρατάμε” παρά τις ζωές μας και τις αλλαγές.
Το θέμα ξεκίνησε πριν περίπου ένα μήνα. Έχει να κάνει με το διαμέρισμά μου και κάποιον φίλο που ήθελε ένα “χέρι βοηθείας” — συγκεκριμένα, με τον Γιώργο, που γνωρίζω από τη σχολή. Τα τελευταία δύο χρόνια, ο Γιώργος λόγω δουλειάς είναι στην επαρχία, αλλά ανεβαίνει συχνά Αθήνα για δουλειές, events κτλ. Σπάνια έμενε σε φίλους, συνήθως έκλεινε Airbnb ή προτιμούσε να φεύγει αυθημερόν.
Πριν πέντε εβδομάδες, ο Γιώργος επικοινωνεί μαζί μου και μου λέει “μπορώ να μείνω σπίτι σου λίγες μέρες; έχω κατέβει Αθήνα για μια συνέντευξη και παίζει να γίνουν και μερικά επαγγελματικά meetings, απλά τα πράγματα είναι σφιχτά οικονομικά τώρα.” Ξέρετε, ήταν και η φάση με τις τιμές που έχουν εκτοξευθεί παντού. Δεν το σκέφτηκα πολύ – του λέω “εννοείται, έλα, ό,τι χρειάζεσαι.” Εδώ είναι το ζήτημα: δεν συνεννοηθήκαμε ξακάθαρα ούτε για πόσες μέρες ούτε για το τι θα γίνει αν κάτι “ξεχειλώσει.”
Έρχεται λοιπόν, έμεινε μαζί μου, όλα καλά τις πρώτες δύο-τρεις μέρες. Βγαίναμε βόλτες, κάναμε πλακίτσες, εγώ εντωμεταξύ δούλευα, εκείνος έφευγε σου λέει για συναντήσεις και δουλειές. Την τρίτη μέρα ξεκινάει όμως να μιλάει αόριστα για το χρονικό: “Να δω πότε θα κανονίσουν αυτοί, μπορεί να κάτσω μερικές μέρες ακόμα, δε σε πειράζει ε;”. Δεν είπα ξεκάθαρα “με πειράζει”, γιατί μου φάνηκε αγένεια. Του απάντησα “Οκ, αρκεί να μην το παρατραβήξουμε γιατί έχω και εγώ πρόγραμμα.” Εν τω μεταξύ ήδη είχα αρχίσει να νιώθω λίγο άβολα: το σπίτι είναι μικρό (μονόχωρο), είχα τις δικές μου ρουτίνες, μερικά βράδια ήθελα απλά να αράξω μόνος χωρίς κουβέντα.
Φτάνουμε Παρασκευή και ο Γιώργος είναι ακόμα εκεί. Το βράδυ εκείνο μάλιστα, φέρνει σπίτι και δύο φίλους του για ποτό. Δε με ρώτησε, απλά έστειλε ένα sms: “θα περάσουμε, να ξέρεις, φέρνω κάτι παιδιά.” Επέστρεψα από τη δουλειά και βρήκα τους τρεις τους να έχουν πιάσει κουβέντα στον καναπέ μου, η κουζίνα γεμάτη πράγματα, γελάγανε και φωνάζανε λες και είμαστε ακόμα 20 χρονών. Την ώρα που καταλάγιασαν τα πράγματα, του λέω ήρεμα: “Να ήξερες την επόμενη φορά πριν φέρεις κόσμο, γιατί αύριο έχω πρωινό meeting.” Κάπως ξενέρωσε, μου απάντησε “χαλάρωσε ρε φίλε, σπίτι είναι, όχι μοναστήρι.”
Σάββατο και Κυριακή ήταν ακόμα εκεί. Εγώ το πρωί πήγαινα στο σαλόνι να πιω καφέ και τον έβρισκα να μιλάει με βιντεοκλήση με κοπέλα, με ακουστικά βέβαια, αλλά είχα ξεκινήσει να αναρωτιέμαι: μήπως εγώ το παρατραβάω και γίνομαι υπερβολικός στον χώρο μου; Μήπως έτσι είναι σήμερα οι φιλίες και πρέπει να είμαι πιο χαλαρός;
Φτάνει η επόμενη Δευτέρα και βλέπω ότι ο Γιώργος παρατείνει την παραμονή του — τώρα πλέον μιλάει “ίσως άλλη μια βδομάδα, μέχρι να κλείσω μερικές δουλειές ακόμα, αλλά εντάξει ρε, δε βαριέσαι, πού θα πας;” Εκεί τον ρωτάω ξεκάθαρα: “Γιώργο, μπας και το παρατραβάμε; Πόσες μέρες ακόμα θα κάτσεις; Έχω και εγώ τη ζωή μου, την ηρεμία μου.” Εκείνος το παίρνει κάπως βαριά και μου λέει “Νόμιζα ότι δεν έχεις πρόβλημα. Δεν συνεννοηθήκαμε εξαρχής, αλλά εσύ τώρα τι θες να κάνω, να φύγω στα ξεκάρφωτα; Δεν το περίμενα από σένα.”
Προσπάθησα να το εξηγήσω. Του είπα ευγενικά ότι δεν έχω πρόβλημα μια-δυο-τρεις μέρες, αλλά εδώ το πράγμα πήγαινε πάνω από βδομάδα, χωρίς πρόγραμμα, χωρίς ερωτήσεις, και πήγε να κάνει το δικό μου σπίτι σαλόνι για πάρτι και βιντεοκλήσεις. Εκεί άρχισε να ψιλοανεβαίνει η ένταση. Μου πετάει το κλασικό “αντί να βοηθάμε ο ένας τον άλλον, κοιτάμε μόνο τη βολή μας” και κάτι τέτοια — κι όντως, ίσως φάνηκα ότι τον βάζω κάτω απ’ τη βολή μου.
Τελικά του είπα, ίσως λίγο πιο απότομα απ’ όσο έπρεπε, “Νομίζω αρκετά έμεινες, άρχισε να με πιέζει η κατάσταση. Προτιμώ να βρεις άλλο μέρος για το υπόλοιπο διάστημα.” Μάζεψε τα πράγματά του χωρίς πολλά-πολλά, έφυγε και από τότε σχεδόν δεν έχουμε μιλήσει. Ούτε ένα μήνυμα. Τον είδα τυχαία σε μια βόλτα, ούτε κουβέντα.
Τώρα, να πω την αλήθεια, νιώθω λίγο άσχημα που του το είπα έτσι. Από την άλλη, βγήκα λίγες μέρες μετά για καφέ με μια κοινή μας φίλη, τη Μαρία, και όταν το ανέφερα μου είπε “έπρεπε να ήσουν πιο χαλαρός, είναι δύσκολα οι εποχές, ήθελε απλά λίγη παρέα και διευκόλυνση. Εσύ ξέρεις, τον ξέρεις τόσα χρόνια.” Άλλος φίλος, ο Σωτήρης, μου υποστήριξε το αντίθετο — “Σπίτι σου είναι, κανείς δεν μπορεί να νομίζει ότι μπορεί να αράζει επ’ αόριστον.”
Μπερδεύτηκα τελείως. Έχω τύψεις, βασικά γι’ αυτό γράφω τώρα εδώ. Από τη μία είναι το “σπίτι μού – κανόνες μου”, από την άλλη, πραγματικά έχουμε περάσει πολλά με τον Γιώργο και δεν ήθελα να αισθανθεί ότι τον “άδειασα”. Ήμουν αρκετά ανεκτικός; Έπρεπε να έχω πει κάτι από την αρχή; Ή μήπως έκανα λάθος και του έλειψε η στήριξη που θα έπρεπε να έχω δείξει ένας φίλος; Ίσως φέρθηκα εγωιστικά και σκεφτόμουν μόνο τον εαυτό μου και τη ρουτίνα μου.
Πραγματικά έχω κολλήσει και δεν μπορώ να το βγάλω από το μυαλό μου. Εσείς τι θα κάνατε; AITA που αντέδρασα έτσι;
Αυτή την ιστορία μας την έστειλε ο Κώστας.